Προσωπικά εργαλεία

Συνδρομές
Εγγραφή για να λαμβάνετε τις εκθέσεις μας (σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή) και το τριμηνιαίο ηλεκτρονικό ενημερωτικό δελτίο μας.
Ακολουθήστε μας
ΕικονίδιοTwitter Twitter
Facebook εικονίδιο Facebook
YouTube εικονίδιο YouTube channel
RSS λογότυπο RSS Feeds
Περισσότερα

Write to us Write to us

For the public:


For media and journalists:

Contact EEA staff
Contact the web team
FAQ

Call us Call us

Reception:

Phone: (+45) 33 36 71 00
Fax: (+45) 33 36 71 99


επόμενο
προηγούμενο
στοιχεία
Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα / Άρθρα / ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αλλαγή γλώσσας
Θαλάσσια βιοποικιλότητα υπό πίεση

Η επαρχία του Canakkale εκτείνεται και στις δύο πλευρές των Δαρδανελίων, συνδέοντας την Θάλασσα του Μαρμαρά με το Αιγαίο Πέλαγος, ενώ οι ακτές της εγγίζουν την Ευρώπη και την Ασία. Εδώ είναι το μέρος όπου ο Όμηρος περιέγραψε το μυθικό ξύλινο άλογο της Τροίας στην Ιλιάδα του και όπου 130.000 στρατιώτες σκοτώθηκαν στην Καλλίπολη κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου. Σήμερα, η μαρίνα του Canakkale φιλοξενεί πολλές ζωηρόχρωμες θαλαμηγούς ως  ενδιάμεση στάση σε αυτή την πλούσια από ιστορική και μυθολογική άποψη περιοχή.

Μόλις λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, κατά μήκος της ακτής, στο Behramkale, συναντάμε τον Saim Erol. Είναι ένας από τους λίγους εν ενεργεία ψαράδες που έχουν απομείνει σε αυτό το μικρό ψαροχώρι, το οποίο κτίστηκε στην τοποθεσία του περίφημου ναού της Αθηνάς και απ’ όπου έχει κανείς μαγευτική θέα στον Κόλπο Edremit. «Εχτές έριξα περισσότερα από 700 μέτρα δίχτυα. Πιάσαμε, όλα κι όλα, τέσσερα μπαρμπούνια. Δεν αξίζουν καν το πετρέλαιο ντήζελ που χρησιμοποίησα!», λέει ο Saim, ο οποίος ψαρεύει σε αυτά τα νερά για περισσότερα από 20 χρόνια.

Το γεγονός ότι υπάρχουν λιγότερα αλιεύματα ιχθύων και περισσότερα σκάφη, που βρίσκονται στο κατόπι τους, αποτελεί ένα ευαίσθητο ζήτημα. Κοιτώντας το εξάμετρο σκάφος του και, στη συνέχεια, ένα μεγαλύτερο σκάφος που είχε ξανοιχτεί στη θάλασσα, προσθέτει: «Ήξερα τα πάντα για την ακτή αυτή, πού να ψαρεύεις και πότε. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ό,τι ήξερα φαίνεται ότι δεν ισχύει πλέον. Η θάλασσα έχει αλλάξει.»

Κατά τα τελευταία 20 χρόνια, καθώς η περιοχή έχει μετατραπεί σε ένα ενδιαφέροντα τουριστικό προορισμό, οι περισσότεροι από τους ψαράδες τα έχουν παρατήσει και σήμερα εξασφαλίζουν τα προς το ζην μεταφέροντας τους τουρίστες σε απόμακρες παραλίες που είναι προσβάσιμες μόνο με πλωτό μέσο. «Τουλάχιστον αυτό τους δίνει την δυνατότητα να βάλουν κάποια χρήματα στην άκρη για τον χειμώνα», λέει ο Hasan Ali Özden, συνταξιούχος δάσκαλος και ερασιτέχνης ψαράς. Περίπου πέντε μίλια δυτικότερα, οι ψαράδες στη Sivrice είναι πιο τυχεροί. Που και που πέφτουν πάνω στα μεταναστευτικά μονοπάτια του ξιφία. Και αυτό σημαίνει καλά λεφτά. Αλλά έχουν περάσει πολλά χρόνια από ένα έτος αφθονίας.»

Οι τριπλές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, των επεκτατικών αλλοχθόνων ειδών και της οξίνισης

Η αλιεία εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τα υγιή θαλάσσια οικοσυστήματα, η κλιματική αλλαγή, όμως, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουν τα πράγματα.

Ο καθηγητής Nuran Ünsal από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης εστιάζει το ενδιαφέρον του στις αλλαγές που αφορούν τα μεταναστευτικά πρότυπα και τις επιπτώσεις τους. Μεταναστευτικά είδη μεγάλης οικονομικής αξίας όπως η παλαμίδα, το γαλαζόψαρο ή σκουμπρί, μεταναστεύουν νότια, προς τη Μεσόγειο, κατά το φθινόπωρο και βόρεια, προς τη Μαύρη Θάλασσα, την άνοιξη, όπου και επωάζουν. Χρόνο με τον χρόνο, ωστόσο, μεταναστεύουν, σε σταθερή βάση, ολοένα και λιγότερα ψάρια μέσω των τουρκικών στενών.

«Οι μεταβολές της θερμοκρασίας των υδάτων και οι εποχικοί άνεμοι, που είναι ζωτικής σημασίας για τα απαραίτητα ρεύματα, έχουν διαταράξει τα μεταναστευτικά πρότυπα», λέει ο καθηγητής Ünsal. Και συνεχίζει: «Είδη σαν και αυτά χρειάζονται ένα πολύ συγκεκριμένο περιβάλλον με την κατάλληλη θερμοκρασία νερού και ποσότητα τροφής, καθώς και αρκετό χρόνο για να επωάσουν.

Είκοσι χρόνια πριν μετανάστευαν νότια τον Σεπτέμβριο. Με τις θερμότερες θερμοκρασίες, που επικρατούν σήμερα στη Μαύρη Θάλασσα, δεν χρειάζεται να μεταναστεύουν νότια έως τα μέσα Οκτωβρίου ή τις αρχές Νοεμβρίου. Αυτό σημαίνει ότι παραμένουν για συντομότερο χρονικό διάστημα στη Μεσόγειο και αυτό έχει ως συνέπεια να είναι λιγότερα και μικρότερα όταν επιστρέφουν στο βορρά.»

Τα ψάρια που ζουν σε ζεστά νερά βρίσκονται σε δύσκολη θέση: καθώς προσαρμόζονται, ο μεταβολισμός τους επιταχύνεται. Αναπτύσσονται γρηγορότερα, αν και συχνά σε μικρότερο μέγεθος σώματος για ενήλικα όντα και χρειάζονται περισσότερη τροφή καθώς και περισσότερο οξυγόνο που θα υποστηρίζει τον υψηλότερο μεταβολισμό τους. Πολλά ψάρια βιώνουν αυτό που ονομάζουμε «στενότητα οξυγόνου», που σημαίνει ότι, ενώ η ανάγκη τους γι’ αυτό μεγαλώνει, η παροχή του μειώνεται.

Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει, επίσης, την αλατότητα και την οξύτητα του θαλάσσιου ύδατος καθώς και τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζει στρωματώσεις. Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι καταστροφικές. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η κατάρρευση των κοραλλιογενών υφάλων, η εξάπλωση των επεκτατικών ειδών και των ασθενειών, η απώλεια των ανώτερων θηρευτών και, εν τέλει, ολόκληρης της δομής της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας.

Επεκτατικά είδη

Στα τέλη της δεκαετίας του 80 το απόθεμα γαύρου στην  Μαύρη Θάλασσα κατέρρευσε εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν η υπεραλίευση, ο εμπλουτισμός σε θρεπτικά υλικά (ειδικότερα από τον ποταμό Δούναβη), οι θερμότερες θερμοκρασίες των υδάτων λόγω της κλιματικής αλλαγής και η εισβολή νέων ειδών στην περιοχή, της μικρής μέδουσας Mnemiopsis leidyi, ένα κτενοφόρο του οποίου η περιοχή προέλευσης είναι ο βορειοδυτικός Ατλαντικός.

Η Mnemiopsis leidyi, η οποία εισήχθη στην Μαύρη Θάλασσα το πιθανότερο μέσω ερματικών υδάτων φορτηγών πλοίων, τρέφεται με ιχθύδια καθώς και οργανισμούς που θα μπορούσαν, σε διαφορετική περίπτωση, να αποτελέσουν τροφή για τον γαύρο. Στην δεκαετία του 1990, ένα άλλο είδος κτενοφόρου, το Beroe ovata, από τον βορειοδυτικό Ατλαντικό και σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα θηρευτή της Mnemiopsis leidyi, εισήχθη, επίσης, τυχαία στο οικοσύστημα της Μαύρης Θάλασσας. Η είσοδος αυτού του θηρευτή για την Mnemiopsis leidyi, οι ψυχρότερες θερμοκρασίες από το 1991 έως το 1993 και μία μείωση στις ροές θρεπτικών υλικών, παράλληλα με την μείωση του ψαρέματος κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης, άμβλυνε ορισμένες από τις πιέσεις που ασκούνταν στο απόθεμα γαύρου. Έκτοτε, το οικοσύστημα της Μαύρης Θάλασσας δείχνει κάποια σημάδια ανάκαμψης.

Μία παρόμοια μεταβολή οικοσυστήματος παρατηρείται συχνά στη Βαλτική Θάλασσα. Η υπεραλίευση και η κλιματική αλλαγή έχει αλλοιώσει τη βιοκοινωνία ιχθύων στη Βαλτική από εκείνη στην οποία κυριαρχούσε η παρουσία βακαλάου σε εκείνη που κυριαρχείται από την παρουσία της ρέγγας και της παπαλίνας (σαρδελόρεγγας).

Είτε εισήχθησαν εσκεμμένα είτε τυχαία, τα επεκτατικά αλλόχθονα είδη μπορούν να προκαλέσουν τον όλεθρο σε ανθρώπους, οικοσυστήματα και αυτόχθονα φυτικά και ζωικά είδη. Το πρόβλημα των επεκτατικών ειδών αναμένεται να επιδεινωθεί κατά τον επόμενο αιώνα εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, της αύξησης του εμπορίου και του τουρισμού.

 

Γαλάζιος άνθρακας: η όξινη δοκιμασία

Οι ωκεανοί της γης είναι μία αχανής «μπλε» εστία απορρόφησης άνθρακα (ή δεξαμενή αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα). Στην ουσία αποτελούν  τη μεγαλύτερη δεξαμενή αποθήκευσης άνθρακα στον πλανήτη, με το χερσαίο αντίστοιχό της, συμπεριλαμβανομένων των δασών, να βρίσκεται στη δεύτερη θέση, σε μεγάλη απόσταση. Αυτές οι φυσικές δεξαμενές λειτουργούν αποτελεσματικά για χιλιετίες, αμβλύνοντας τους κραδασμούς στους οποίους υπόκειται ο πλανήτης από τις απότομες κλιματικές αλλαγές που προκαλούνται από τα αέρια του θερμοκηπίου. Σήμερα, όμως, το διοξείδιο του άνθρακα αυξάνεται γρηγορότερα στην ατμόσφαιρα απ’ όσο μπορούν να απορροφήσουν η ξηρά και οι ωκεανοί.

Η  αυξημένη απορρόφηση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα έχει αυξήσει τη μέση οξύτητα των ωκεανών. Έως το 2100 οι ωκεανοί ενδεχομένως να είναι πιο όξινοι από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 εκατομμυρίων ετών. Η οξίνιση αποτελεί την κινητήρια δύναμη για τη μείωση της ποσότητας των ανθρακικών ιόντων, που απαιτούνται για την δημιουργία αραγωνίτη και ασβεστίτη, δύο μορφών ανθρακικού ασβεστίου που πολλοί θαλάσσιοι οργανισμοί χρησιμοποιούν για να συγκροτήσουν τα όστρακα και το σκελετικό τους συστατικό.

Στην Ευρώπη, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να παρατηρούν αλλαγές στα όστρακα και τους σκελετούς των μικροσκοπικών οργανισμών που σχηματίζουν την αρχή της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας. Ο πτωτικός ρυθμός της ασβεστοποίησης ενδεχομένως να έχει άμεση αρνητική επίδραση στην ικανότητά τους για επιβίωση καθώς και στον μεγάλο αριθμό ειδών που τρέφονται από αυτά.

Τα κοράλλια διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω του ότι χρησιμοποιούν την ασβεστοποίηση για να δημιουργήσουν τους σκελετούς τους, που συναπαρτίζουν αυτό που βλέπουμε ως κοραλλιογενείς υφάλους. Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι αποτελούν επίσης τόπο διαβίωσης έως και δύο εκατομμυρίων θαλασσίων ειδών και την πηγή ενός τέταρτου των παγκόσμιων αλιευμάτων στις διάφορες αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου. Οι συνέπειες της οξίνισης ξεπερνούν κατά πολύ τις άμεσες επιπτώσεις στην ασβεστοποίηση των θαλάσσιων οργανισμών. Το περισσότερο όξινο νερό μπορεί να προκαλέσει σημαντικό αντίκτυπο στην αναπνοή ορισμένων μη ασβεστοποιημένων ειδών, όπως το καλαμάρι (11). Ενώ οι πλήρεις συνέπειες της οξίνισης των ωκεανών δεν έχουν χαρτογραφηθεί πλήρως, έχει υπολογιστεί ότι 7% αυτών των «γαλάζιων δεξαμενών άνθρακα» χάνονται ετησίως – με ρυθμό επτά φορές μεγαλύτερο απ΄ ό,τι 50 χρόνια πριν.

Ακριβώς όπως τα δάση στην ξηρά, τα θαλάσσια οικοσυστήματα αναμένεται να  διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη μάχη εναντίον της κλιματικής αλλαγής. Το να χαθούν είτε τα μεν είτε τα δε, θα ήταν μία καταστροφική εξέλιξη αν και δεν κατανοούμε πλήρως, ακόμη και σήμερα, απλώς πόσο γρήγορα μεταβάλλεται ενδεχομένως η ζωή κάτω από την επιφάνεια των ωκεανών.

Κυνηγώντας τα λίγα ψάρια που έχουν απομείνει στις θάλασσές μας

Η υπεραλίευση  αποτελεί τη βασική αιτία για την απουσία ιχθύων στις θάλασσές μας.  Στην Ευρώπη, η εικόνα δείχνει πολύ δυσοίωνη: σχεδόν τα εννιά από τα δέκα εμπορικά αποθέματα ιχθύων στον βορειοανατολικό Ατλαντικό, στη Θάλασσα της Βαλτικής και στη Μεσόγειο Θάλασσα υφίστανται υπεραλίευση. Σχεδόν το ένα τρίτο αυτών των ιχθυαποθεμάτων αποτελούν αντικείμενο τόσο εξαντλητικής υπεραλίευσης που κινδυνεύουν με απώλεια της αναπαραγωγικής ικανότητάς τους.

Κατά την τελευταία δεκαετία μόνον, οι συνολικές εκφορτώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκαν κατά ένα τρίτο(12) και οι ιχθυοκαλλιέργειες στην Ευρώπη δεν ήταν σε  θέση να αντισταθμίσουν την απώλεια αυτή. Η παγκόσμια κατανάλωση ιχθύων, κατ’ άτομο, έχει υπερδιπλασιαστεί από το 1973, με τους Ευρωπαίους να καταναλώνουν, κατά μέσο όρο, 21 κιλά αλιευτικών προϊόντων ετησίως, ποσό λίγο μεγαλύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο των 17 κιλών, που όμως υπολείπεται των επιπέδων κατανάλωσης στις ΗΠΑ, την Κίνα και τον Καναδά που φτάνουν τα 25 κιλά περίπου. Υφίσταται, ταυτόχρονα, μεγάλη απόκλιση ως προς την εν λόγω κατανάλωση εντός της ΕΕ, που κυμαίνεται από 4 κιλά στη Ρουμανία έως τα 57 κιλά,  κατ’ άτομο, στην Πορτογαλία.

Προκείμενου να καλυφθεί η ζήτηση ιχθύων στην Ευρώπη, περίπου τα δύο τρίτα των ιχθύων είναι εισαγόμενα (13). Οι Ευρωπαίοι πολίτες, ως εκ τούτου, ασκούν επίδραση στα ιχθυαποθέματα και στην παραγωγή των ιχθυοκαλλιεργειών σε ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα, οι καταναλωτές, οι μεταποιητές, καθώς και οι έμποροι λιανικής διάθεσης, εκδηλώνουν αυξανόμενη ανησυχία ως προς την υπεραλίευση και συχνά απαιτούν εγγυήσεις ότι τα ψάρια που καταναλώνουν και πωλούν προέρχονται από βιώσιμη και υπό ορθή διαχείριση αλιεία. Εν τούτοις, τέτοιες διασφαλίσεις είναι δύσκολο να δοθούν για τα περισσότερα ιχθυαποθέματα στα ύδατα της  Ευρώπης.

Στη Ευρώπη, η τρέχουσα επανεκτίμηση της κοινής αλιευτικής πολιτικής(14) επανεξετάζει την αλιεία μέσα από μία ευρύτερη θαλάσσια και περιβαλλοντική σκοπιά(15). Θα δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην οικολογική βιωσιμότητα της αλιείας εκτός Ευρώπης και στην ανάγκη υπεύθυνης διαχείρισης και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων χωρίς να διακυβεύεται το μέλλον τους. Έχει σημασία να δούμε με ποιον ακριβώς τρόπο αυτή η νέα προσέγγιση για τη διασφάλιση της αλιείας στην Ευρώπη θα προσαρμοστεί στο ισχύον διεθνές καθεστώς, καθώς και την προτεινόμενη τακτική διαδικασία για την αξιολόγηση του παγκόσμιου θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Προς μία παγκόσμια αξιολόγηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος

Το 2002, το σχέδιο υλοποίησης των διακηρύξεων της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη του Γιοχάνεσμπουργκ περιείχε συγκεκριμένους στόχους για τη διαχείριση της αλιείας,συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης των ιχθυαποθεμάτων στο επίπεδο της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης έως το 2015. Αναγνώρισε, επίσης, την ανάγκη εδραίωσης μίας «τακτικής διαδικασίας» υπό τα Ηνωμένα Έθνη για έναν παγκόσμιο μηχανισμό υποβολής αναφορών και αξιολόγησης της κατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των σημερινών αλλά και των προβλεπόμενων στο μέλλον κοινωνικοοικονομικών πτυχών, με την παράλληλη αξιοποίηση  υφιστάμενων περιφερειακών αξιολογήσεων.

Μέσα από αυτό το σημαντικό βήμα αναγνωρίστηκε η ανάγκη για συντονισμένες διεθνείς προσπάθειες για την προστασία και τη διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών με βιώσιμο τρόπο. Σημειώθηκε η αρχή μίας στοιχειοθετημένης, προσανατολισμένης στη δράση διαδικασίας ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι οι χώρες συνυπογράφουν για βιώσιμες, μακροπρόθεσμες και στοχοθετημένες προσπάθειες.

Η Γενική  Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών επικύρωσε την πρόταση το 2006(16) και το 2009 αναγνώρισε την εργασία της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων σχετικά με την επιστημονική βάση της παγκόσμιας αξιολόγησης. Όπως συμβαίνει με όλες τις διεθνείς διαδικασίες, ωστόσο, η υλοποίηση της τακτικής διαδικασίας για έναν μηχανισμό υποβολής αναφορών και αξιολόγησης θα πάρει κάποια χρόνια ακόμη(17).

11. "Our Endangered Oceans", Dr. Richard Moss, WWF

12. Eurostat, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: «Reflections on further reform of the Common Fisheries Policy»  

13. European Commission Statistics: http://ec.europa.eu/trade/creating-opportunities/economic-sectors/fisheries/statistics/#stats

14. Με βάση τις Συνθήκες που διέπουν τη λειτουργία της ΕΕ, η διαχείριση της αλιείας αποτελεί μια από τις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Κοινότητας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ιχθύες κινούνται διασχίζοντας τις εθνικές επικράτειες και οι αλιείς τους ακολουθούσαν πολύ πριν καθιερωθούν οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) και η Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑλΠ). Το 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕΚ) δημοσίευσε μία πράσινη βίβλο όπου σκιαγραφούνται οι αλλαγές που απαιτούνται για την επίλυση ορισμένων εκ των κρισιμότερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η αλιεία στην Ευρώπη. Μεταρρύθμιση της κοινής αλιευτικής πολιτικής, Βρυξέλες, 22.4.2009COM(2009)163 τελικό.

15. Οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (οδηγία-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) (ΕΕ L 164, 25.6.2008)

16. Απόφαση 60/30 της Γενικής Συνέλευσης για τους ωκεανούς και το δίκαιο της θάλασσας

17. Απόφαση 61 της Γενικής Συνέλευσης για τους ωκεανούς και το δίκαιο της θάλασσας

Geographical coverage

[+] Show Map

Ενέργειες Εγγράφων

Σχόλια

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ)
Kongens Nytorv 6
1050 Copenhagen K
Δανία
Τηλέφωνο: + +45 3336 7100