Γη και έδαφος στην Ευρώπη — Ολοένα μεγαλύτερη εξάπλωση της χρήσης του σκυροδέματος στις αστικές περιοχές;

Αλλαγή γλώσσας
Article Δημοσίευση 02/12/2019 Τελευταία τροποποίηση : 05/12/2019
1 min read
Το τοπίο της Ευρώπης αλλάζει. Οι πόλεις και οι υποδομές τους επεκτείνονται σε παραγωγικές γεωργικές εκτάσεις, κατακερματίζοντας το τοπίο σε μικρότερα τμήματα και επηρεάζοντας την άγρια πανίδα και τα οικοσυστήματα. Εκτός από τον κατακερματισμό του τοπίου, το έδαφος και η γη έρχονται αντιμέτωπα με διάφορες άλλες απειλές: ρύπανση, διάβρωση, συμπύκνωση, σφράγιση, υποβάθμιση, ακόμη και εγκατάλειψη. Και αν μπορούσαμε να ανακυκλώνουμε τη γη που έχει ήδη καταληφθεί από πόλεις και αστικές υποδομές αντί να δεσμεύουμε γεωργικές εκτάσεις;

Το 2018 το πρόγραμμα γεωσκόπησης της ΕΕ, το Copernicus, ολοκλήρωσε μία ακόμη πανευρωπαϊκή διαδικασία χαρτογράφησης, στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώθηκε η βάση για μια λεπτομερή ανάλυση από τον ΕΟΠ της κάλυψης γης και, εν μέρει, της χρήσης της γης στις χώρες μέλη και στις συνεργαζόμενες χώρες του ΕΟΠ[i]. Σύμφωνα με αυτά τα αποτελέσματα παρακολούθησης[ii] του προγράμματος Corine (Coordination of information on the environment – Συντονισμός πληροφοριών για το περιβάλλον), η κάλυψη γης της Ευρώπης έχει παραμείνει σχετικά σταθερή από το 2000, με το 25 % περίπου αυτής να καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμες καλλιέργειες, το 17 % από βοσκοτόπους και το 34 % από δασικές εκτάσεις. Ωστόσο, αν εξετάσουμε πιο προσεκτικά τις πρόσφατες αλλαγές στην κάλυψη γης, εμφανίζονται δύο αξιοσημείωτες τάσεις.

Πρώτον, οι πόλεις και οι υποδομές από σκυρόδεμα συνεχίζουν να εξαπλώνονται. Παρότι οι τεχνητές επιφάνειες καλύπτουν λιγότερο από το 5 % του ευρύτερου εδάφους των χωρών του ΕΟΠ, μια αρκετά μεγάλη έκταση —λίγο μικρότερη από την έκταση που καλύπτει η Σλοβενία— σφραγίστηκε (καλύφθηκε με σκυρόδεμα ή άσφαλτο) μεταξύ του 2000 και του 2018. Τα καλά νέα είναι ότι ο ρυθμός αύξησης του εμβαδού των τεχνητών επιφανειών έχει επιβραδυνθεί: από 1 086 km2 ανά έτος μεταξύ του 2000 και του 2006 σε 711 km2 ανά έτος μεταξύ του 2012 και του 2018.

Δεύτερον, οι μεγαλύτερες απώλειες παρατηρήθηκαν σε γεωργική γη, κυρίως λόγω αστικής επέκτασης και απόσυρσης από γεωργικές δραστηριότητες, ενώ η συνολική δασική έκταση παρέμεινε σταθερή. Η απωλεσθείσα έκταση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, βοσκοτόπων και φυσικών λειμώνων ήταν παρεμφερής σε μέγεθος με την αύξηση της έκτασης τεχνητών επιφανειών. Επιπλέον, δεδομένου ότι η πλειονότητα των πόλεων της Ευρώπης οικοδομήθηκαν σε γόνιμη γη και περιβάλλονται επίσης από γόνιμη γη, η γη που δεσμεύεται και καλύπτεται από τεχνητές επιφάνειες είναι συχνά παραγωγική γεωργική γη. Ευτυχώς, ο ρυθμός απώλειας γεωργικής γης φαίνεται να έχει επιβραδυνθεί σημαντικά, ενώ κατά την περίοδο 2012-2018 έφτασε κοντά στο σημείο να ανασχεθεί.

Ο αστικός πληθυσμός και οι αστικές πόλεις εξακολουθούν να αυξάνονται

Σήμερα, περίπου τα τρία τέταρτα των Ευρωπαίων ζουν σε αστικές περιοχές. Ο αστικός πληθυσμός της Ευρώπης αναμένεται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται κατά έως και 30 εκατομμύρια άτομα[iii] έως το 2050. Θα πρέπει να κατασκευαστούν περισσότερες κατοικίες και υποδομές (για παράδειγμα, οδοί, σχολεία, δίκτυα επεξεργασίας λυμάτων και εγκαταστάσεις αποβλήτων) ώστε να φιλοξενήσουν τον συνολικά αυξανόμενο πληθυσμό της Ευρώπης.

Η αύξηση του πληθυσμού δεν είναι ο μόνος παράγοντας που συμβάλλει στην αστική επέκταση και στη δέσμευση γης και την υποβάθμιση του εδάφους που σχετίζονται με αυτήν. Τα αυξανόμενα εισοδηματικά επίπεδα διαδραματίζουν επίσης κάποιο ρόλο, καθώς συχνά μεταφράζονται σε μεγαλύτερες κατοικίες, περισσότερες κατοικίες διακοπών και θέρετρα κατά μήκος της ακτής, αλλά και σε μεγαλύτερο αριθμό εμπορικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων ώστε να ικανοποιηθεί η αυξανόμενη καταναλωτική ζήτηση. Με πολλούς τρόπους, η επέκταση των αστικών περιοχών και των υποδομών τους συμβαδίζει με τον αυξανόμενο αριθμό κοινωνικοοικονομικών οφελών που μπορούν να απολαμβάνουν πολλοί Ευρωπαίοι κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εντούτοις, ορισμένες από αυτές τις αλλαγές στον τρόπο ζωής έχουν αρνητικές επιπτώσεις μακράς διαρκείας όχι μόνο στην ύπαιθρο και στα φυσικά τοπία, αλλά και στα αστικά τοπία.

Τοπία που κατακερματίζονται ολοένα και περισσότερο

Παρά την επιβράδυνση μεταξύ του 2012 και του 2015, ο κατακερματισμός του τοπίου αυξάνεται διαρκώς[iv] στις 39 χώρες του ΕΟΠ, επηρεάζοντας ιδίως τις αγροτικές και αραιοκατοικημένες περιοχές.

Τα οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα συνδέουν ανθρώπους και αστικές και αγροτικές περιοχές, αλλά συχνά αποτελούν πραγματικά εμπόδια για τη διασπορά της άγριας πανίδας και των φυτών. Δεδομένου ότι οι αστικές περιοχές και οι υποδομές που τις υποστηρίζουν επεκτείνονται εντός του τοπίου, κατακερματίζουν τους οικοτόπους σε μικρότερα τμήματα. Τα είδη που ζουν σε αυτές τις ολοένα συρρικνούμενες περιοχές ενδέχεται να αναγκάζονται να ζουν με λιγότερους πόρους και με ένα πιο περιορισμένο απόθεμα γονιδίων. Όταν το μέγεθος ενός ζωικού πληθυσμού κατέρχεται κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο, τα είδη μπορεί να εξαφανιστούν σε αυτή τη συγκεκριμένη περιοχή. Αυτός είναι ο λόγος που πολλά είδη βρίσκονται μόνο σε αγροτικές ή προστατευόμενες περιοχές. Πολλά άγρια ζώα τραυματίζονται ή σκοτώνονται προσπαθώντας να διασχίσουν εμπόδια, όπως αυτοκινητοδρόμους.

Ο κατακερματισμός του τοπίου αποτελεί αντικείμενο μιας σειράς πολιτικών της ΕΕ, μεταξύ άλλων, της γενικής στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020[v], η οποία αποσκοπεί στην ανάσχεση της φθίνουσας πορείας της βιοποικιλότητας. Επιτοπίως, αυτή η στρατηγική υποστηρίζεται από απτά μέτρα, όπως η δημιουργία πράσινης υποδομής[vi] — ενός στρατηγικά σχεδιασμένου δικτύου φυσικών και ημιφυσικών περιοχών που συμβάλλει στη μετακίνηση και τη διασπορά των ειδών σε ολόκληρο το τοπίο. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατασκευάζουν διαβάσεις για την άγρια πανίδα — σήραγγες ή γέφυρες που επιτρέπουν στα είδη να μετακινούνται μεταξύ αυτοκινητοδρόμων και καναλιών. Ανάλογα με την τοποθεσία της διάβασης και τα είδη που ζουν στην περιοχή, αυτές οι διαβάσεις μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά σε τοπικό επίπεδο. Η ύπαρξη θάμνων και σειρών δέντρων σε ανοιχτά τοπία διευκολύνει επίσης τη συνδεσιμότητα των οικοτόπων, περιορίζοντας παράλληλα άλλες απειλές, όπως η διάβρωση του εδάφους από τον άνεμο.

Κατακερματισμός του τοπίου παρατηρείται ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές. Ωστόσο, σε σύγκριση με μη προστατευόμενες περιοχές, η αύξηση του κατακερματισμού φαίνεται να είναι αισθητά χαμηλότερη στις προστατευόμενες περιοχές που αποτελούν μέρος του δικτύου Natura 2000 της ΕΕ, γεγονός που υποδεικνύει ότι τα ορθώς εφαρμοζόμενα μέτρα για την προστασία της φύσης έχουν θετικό αντίκτυπο.

Όταν η γεωργική γη εγκαταλείπεται

Όπως πολλά άλλα ζητήματα περιβαλλοντικής πολιτικής, ο κατακερματισμός του τοπίου θέτει ένα δίλημμα. Αφενός, η εξάπλωση των δικτύων μεταφορών οδηγεί σε κατακερματισμό του τοπίου και ασκεί πρόσθετες πιέσεις στα οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένης της ρύπανσης. Αφετέρου, τα δίκτυα μεταφορών δημιουργούν επίσης οικονομικές ευκαιρίες (π.χ. θέσεις εργασίας στον κλάδο του τουρισμού, της βιομηχανίας ή της βιοοικονομίας) σε αγροτικές κοινότητες, οι οποίες συχνά εξαρτώνται σε υπερβολικό βαθμό από τη γεωργία και επηρεάζονται κατά κόρον από το φαινόμενο της εγκατάλειψης γης.

Για ορισμένες αγροτικές κοινότητες, η εγκατάλειψη της γης αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας, ιδίως σε απομακρυσμένες περιοχές όπου η τοπική οικονομία βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις γεωργικές δραστηριότητες γεωργικών εκμεταλλεύσεων, συχνά μικρής κλίμακας, με χαμηλή γεωργική παραγωγικότητα. Σε τέτοιες κοινότητες, οι νεότερες γενιές τείνουν επίσης να μεταναστεύουν σε πόλεις και οι μικρής κλίμακας γεωργικές εκμεταλλεύσεις αγωνίζονται για να αντεπεξέλθουν στον οικονομικό ανταγωνισμό με μια πιο δομημένη, γεωργική αγορά υψηλής έντασης. Κατά τα επόμενα 20 έως 30 έτη, σημαντικές εκτάσεις γεωργικής γης αναμένεται να εγκαταλειφθούν[vii] σε διάφορα μέρη της Ευρώπης.

Όταν μια έκταση μένει ακαλλιέργητη, η βλάστηση —συμπεριλαμβανομένων των δασικών εκτάσεων— μεγαλώνει και καταλαμβάνει την εγκαταλελειμμένη έκταση. Ωστόσο, έπειτα από αιώνες εκτεταμένης διαχείρισης της γης, για παράδειγμα για τη βοσκή από προβατοειδή ή αιγοειδή, η φυσική επαναβλάστηστη οδηγεί συχνά σε οικοσυστήματα με μικρότερο αριθμό ειδών. Κατά συνέπεια, για τη διατήρηση των οικοτόπων και των ειδών της ΕΕ, είναι συχνά καλύτερο να παρέχεται στήριξη στους γεωργούς ώστε να ασκούν εκτατική, υψηλής αξίας για τη φύση γεωργική δραστηριότητα. Η παροχή νέων κινήτρων, όπως η διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματος (π.χ. τουρισμός) ή η επιβολή υψηλότερων τιμών για προϊόντα διατροφής υψηλής ποιότητας, μπορεί να συμβάλει στην αντιστροφή αυτών των τάσεων.

Η εντατική χρήση της γης επηρεάζει το έδαφος και τις λειτουργίες του

Η αστικοποίηση, ο αυξανόμενος πληθυσμός και η αναπτυσσόμενη οικονομία, αφενός, και η εγκατάλειψη της γης, αφετέρου, είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερα άτομα να κατοικούν και να βασίζονται σε μικρότερη έκταση γης στην Ευρώπη. Τη στιγμή που ορισμένες περιοχές είναι αντιμέτωπες με μείωση του πληθυσμού και συρρίκνωση των γεωργικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, άλλες περιοχές —τόσο αστικές όσο και γεωργικές— υφίστανται ολοένα και εντατικότερη χρήση.

Το έδαφος αντιπροσωπεύει μια σχεδόν αόρατη αλληλεπίδραση μεταξύ μιας τεράστιας ποικιλίας οργανισμών του εδάφους, οργανικής ύλης από φυτά και ρίζες και ύλης από αποσαθρωμένα πετρώματα και ιζήματα. Αυτό το ευαίσθητο στρώμα από φυσικά ορυκτά στην επιφάνεια του φλοιού της Γης μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά οικοσύστημα από μόνο του. Η εντατική χρήση της γης μπορεί να επηρεάζει το έδαφος και τις λειτουργίες του σε σημαντικό βαθμό και με διάφορους τρόπους, μεταξύ άλλων μέσω της σφράγισης, της διάβρωσης, της συμπύκνωσης και της ρύπανσης του εδάφους.

Όταν είναι σφραγισμένο —καλυμμένο με κτίρια, άσφαλτο ή σκυρόδεμα—, το έδαφος χάνει, μεταξύ άλλων, την ικανότητά του να απορροφά και να διατηρεί νερό ή να παράγει τρόφιμα. Η χρήση βαρέων μηχανημάτων μπορεί να αλλάξει τη δομή του εδάφους και να την καταστήσει πιο συμπαγή, μειώνοντας την περιεκτικότητα σε αέρα και νερό στα τμήματα του εδάφους όπου οι ρίζες των φυτών απορροφούν νερό και θρεπτικές ουσίες και όπου ζώα του εδάφους και μικροοργανισμοί αποσυνθέτουν οργανική ύλη. Το σφραγισμένο ή εξαιρετικά συμπυκνωμένο έδαφος απορροφά λιγότερα όμβρια ύδατα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της επιφανειακής απορροής, της διάβρωσης του εδάφους και του κινδύνου πλημμύρας.

Η υψηλότερη παραγωγικότητα συχνά βασίζεται στη χρήση συνθετικών λιπασμάτων και προϊόντων φυτοπροστασίας, καθώς και στην εφαρμογή συγκεκριμένων γεωργικών πρακτικών, οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν διάβρωση και ρύπανση. Για παράδειγμα, η μονοκαλλιέργεια αραβοσίτου έχει την τάση να εντείνει τη διάβρωση. Η διάβρωση του επιφανειακού στρώματος του εδάφους περιορίζει τις σοδειές και, συνακόλουθα, μπορεί να έχει αντίκτυπο στα εισοδήματα των γεωργών. Η διάβρωση μπορεί επίσης να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα, δεδομένου ότι τα καλλιεργήσιμα στρώματα τείνουν να παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πολυμορφία και πυκνότητα όσον αφορά τους οργανισμούς του εδάφους που φιλοξενούν. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις[viii], ο τρέχων μέσος ρυθμός διάβρωσης του εδάφους από το νερό είναι 1,6 φορές υψηλότερος από τον μέσο ρυθμό σχηματισμού εδάφους στην ΕΕ. Ο άνεμος και οι απώλειες συγκομιδής αποτελούν επίσης σημαντικές αιτίες διάβρωσης του εδάφους.

Ομοίως, η υπέρμετρη χρήση ορυκτών λιπασμάτων μπορεί να προκαλέσει ρύπανση του εδάφους με κάδμιο (βλ. Συνέντευξη — Ρύπανση του εδάφους: η κληρονομιά της βιομηχανοποίησης που προκαλεί ανησυχία) και να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα εδαφικά οικοσυστήματα (βλ. Συνέντευξη — Έδαφος: ο ζωντανός θησαυρός κάτω από τα πόδια μας). Μέσω της διάβρωσης του εδάφους ή της πλημμύρας, οι ρύποι μπορούν να διεισδύσουν στα ρεύματα υδάτων, να φτάσουν στα υπόγεια ύδατα και να εξαπλωθούν σε μεγαλύτερη έκταση. Επιπλέον, πρακτικές διαχείρισης των αποβλήτων —όπως η υγειονομική ταφή ή η διασπορά λυμάτων σε εκτάσεις γης— μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την εισχώρηση ρύπων, συμπεριλαμβανομένων μικροπλαστικών, στο έδαφος. Στην Ευρώπη, η μόλυνση που προκαλείται από τη βιομηχανία ρυθμίζεται από τη νομοθεσία της ΕΕ και, ως εκ τούτου, έχει περιοριστεί σημαντικά. Παρά το γεγονός αυτό, οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις εκλύουν επίσης ορισμένες από τις εκπομπές ρύπων τους στη γη. Για τις 30 000 εγκαταστάσεις και τους 91 ρύπους που περιλαμβάνονται, όλες οι πληροφορίες σχετικά με την ποσότητα και το είδος των ρύπων που εκλύει κάθε εγκατάσταση δημοσιοποιούνται μέσω μιας δικτυακής πύλης (ευρωπαϊκό μητρώο έκλυσης και μεταφοράς ρύπων[ix]) που τελεί υπό τη διαχείριση του ΕΟΠ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εκτός από τους γνωστούς και ελεγχόμενους ρύπους, κατά τα τελευταία έτη υπάρχει όλο και μεγαλύτερη ανησυχία για νέους ρύπους, όπως έμμονες οργανικές χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη φυτοπροστασία και οι οποίες ρυπαίνουν τα εδάφη της Ευρώπης. Ανάλογα με τις δυνητικές επιπτώσεις αυτών των νέων ρύπων, είναι πολύ πιθανόν να χρειαστεί να ληφθούν νέα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας.

Η ρύπανση δεν συνδέεται πάντα με τοπικές πηγές ρύπανσης. Ο άνεμος και η βροχή μπορούν να μεταφέρουν και να εναποθέτουν ατμοσφαιρικούς ρύπους ακόμη και στα πλέον δυσπρόσιτα μέρη του κόσμου. Όπως συμβαίνει στις λίμνες και στους ωκεανούς, μόλις εισέλθουν στο έδαφος, οι ρύποι μπορούν να συσσωρεύονται με το πέρασμα του χρόνου και να επηρεάζουν αυτά τα οικοσυστήματα.

Διατήρηση και σύνδεση φυσικών περιοχών, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση αστικών περιοχών

Όταν πρόκειται για πόρους τόσο πολύτιμους και περιορισμένους όσο η γη και το έδαφος, η μόνη βιώσιμη λύση είναι να αποτρέψουμε την υποβάθμισή τους και να τους χρησιμοποιούμε κατά τρόπο βιώσιμο.

Στόχος της ΕΕ είναι να επιτύχει «μηδενική καθαρή δέσμευση γης έως το 2050» σύμφωνα με τους παγκόσμιους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης. Ένας σαφής τρόπος για να περιορίσουμε την αστική επέκταση είναι να κάνουμε καλύτερη χρήση του υφιστάμενου αστικού χώρου. Σήμερα, η ανακύκλωση της γης και η πύκνωση (για παράδειγμα, η χρήση μιας παλιάς βιομηχανικής εγκατάστασης για κατασκευή υποδομών ή αστική επέκταση) αντιπροσωπεύει μόνο ένα πολύ μικρό μέρος —το 13 %— των νέων κατασκευών (βλ. τον δείκτη του ΕΟΠ[x] και τον απεικονιστή ανακύκλωσης γης[xi]), ενώ η δέσμευση γης εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα (βλ. τον απεικονιστή δεδομένων δέσμευσης γης[xii]). Οι αρμόδιοι χωροταξικού σχεδιασμού, ιδίως σε αστικές περιοχές, στην Ευρώπη θα χρειαστεί να διαδραματίσουν καίριας σημασίας ρόλο στον περιορισμό της αστικής επέκτασης μέσω του σχεδιασμού συμπαγών αλλά ταυτόχρονα πράσινων πόλεων, με βασικές υποδομές εντός αποστάσεων που διανύονται με τα πόδια ή συστήματα κινητικότητας σχεδιασμένα έτσι ώστε να μειώνουν τις αποστάσεις και τους χρόνους μετακίνησης, ή ένα εκτεταμένο δίκτυο πράσινων υποδομών που θα συνδέει το σύνολο των φυσικών περιοχών σε ολόκληρη την ήπειρο.

Για να υλοποιηθούν αυτά τα σχέδια, πρέπει να εμπλακεί ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, ενώ παράλληλα πρέπει να εξεταστούν βασικά ζητήματα διακυβέρνησης (βλ. Διακυβέρνηση — Ενεργώντας από κοινού για τη βιώσιμη διαχείριση της γης).

 

 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συναφές περιεχόμενο

Interactive charts

Συναφείς δείκτες

Landscape fragmentation pressure from urban and transport infrastructure expansion Large parts of Europe are highly fragmented because of transport infrastructure and urban expansion. The Atlantic and Continental biogeographical regions show by far the highest degree of fragmentation in Europe. Around 50 % of the Atlantic region and 40 % of the Continental region are highly fragmented. The area with the lowest fragmentation covers less than 10 % of these regions. In the Alpine, Macaronesian and Arctic biogeographical regions, less than 3 % of the area is highly fragmented. The Benelux countries are the most fragmented in Europe. In Luxembourg 93 %  of the country is highly fragmented, while in Belgium the figure is 80 % and in the Netherlands 67 %. In eastern European countries, in the Mediterranean and in Ireland and Scotland the fragmenting pressure of urban and transport expansion is considerably weaker. Around 35 % of the cultivated areas, almost 30 % of grasslands and around 12 % of forests are under great fragmentation pressure. In contrast, close to 50 % of the area covered by mires, bogs, fens, heathland, scrub and tundra ecosystems are under low pressure by fragmentation. The forest ecosystems in the Alpine region are under the lowest pressure from fragmentation in Europe. All over Europe and in all the biogeographical regions, the fragmentation pressure is lower inside Natura 2000 sites than in their surrounding areas. Although cities and strongly populated areas are generally most fragmented in Europe, 50 % of sparsely populated regions e.g. in France and the Netherlands, are under great fragmentation pressure as well.

Related infographics

Βλ. επίσης

Temporal coverage

Ενέργειες Εγγράφων
Αρχειοθέτηση , , ,
Συνδρομές
Εγγραφή για να λαμβάνετε τις εκθέσεις μας (σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή) και το τριμηνιαίο ηλεκτρονικό ενημερωτικό δελτίο μας.
Ακολουθήστε μας