Η οικονομία: αποδοτική από πλευράς πόρων, πράσινη και κυκλική.

Αλλαγή γλώσσας
Article Δημοσίευση 09/09/2014 Τελευταία τροποποίηση : 31/08/2016 15:14
Η ευημερία μας εξαρτάται από τη χρήση φυσικών πόρων. Εξάγουμε πόρους και τους μετατρέπουμε σε τρόφιμα, κτήρια, έπιπλα, ηλεκτρονικές συσκευές, ρούχα κ.λπ. Ωστόσο, η εκμετάλλευση που κάνουμε στους πόρους υπερβαίνει την ικανότητα του περιβάλλοντος να τους αναπαράγει και να μας παρέχει τα απαραίτητα. Πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε την μακροπρόθεσμη ευημερία της κοινωνίας μας; Το να κάνουμε πράσινη την οικονομία μας μπορεί σίγουρα να βοηθήσει.

 Image © Rastislav Stanik

Η ευημερία δεν είναι εύκολο να οριστεί ή να μετρηθεί. Πολλοί από εμάς θα αναφέραμε την υγεία, την οικογένεια και τους φίλους, την προσωπική ασφάλεια, τη ζωή σε ένα ευχάριστο και υγιές περιβάλλον, την εργασιακή ικανοποίηση και ένα εισόδημα που να εξασφαλίζει ένα καλό βιοτικό επίπεδο ως παράγοντες που συμβάλλουν στην ευημερία.

Παρόλο που αυτό ενδέχεται να ποικίλλει από άτομο σε άτομο, τα οικονομικά θέματα —η απασχόληση, το αξιοπρεπές εισόδημα, οι καλές εργασιακές συνθήκες— παίζουν σημαντικό ρόλο στην ευημερία μας. Έννοιες, όπως η εργασιακή ασφάλεια ή η ανεργία, γίνονται ιδιαίτερα σημαντικές σε περιόδους οικονομικής κρίσης και μπορούν να επηρεάσουν το ηθικό και την ευημερία ολόκληρης της κοινωνίας.

Είναι φανερό ότι χρειαζόμαστε μια οικονομία που να λειτουργεί επαρκώς και να μας παρέχει όχι μόνο τα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρειαζόμαστε, αλλά και θέσεις εργασίας και εισόδημα που να εξασφαλίζουν ένα ορισμένο βιοτικό επίπεδο.

Η οικονομία εξαρτάται από το περιβάλλον

Μια οικονομία που λειτουργεί καλά εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την απρόσκοπτη ροή φυσικών πόρων και υλικών όπως ξυλεία, νερό, καλλιέργειες, αλιεία, ενέργεια και ορυκτά. Η παρακώλυση στην προσφορά βασικών υλικών μπορεί στην πραγματικότητα να «παγώσει» τους εξαρτώμενους κλάδους και να αναγκάσει εταιρείες να απολύσουν προσωπικό ή να σταματήσουν να παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες.

Η ύπαρξη μιας αδιάκοπης ροής υπαινίσσεται ότι μπορούμε να εξάγουμε όσο θέλουμε. Μπορούμε όμως πράγματι να το κάνουμε αυτό; Και αν το κάνουμε, πώς επηρεάζει το περιβάλλον; Πόσο μπορούμε να εξάγουμε πραγματικά χωρίς να βλάπτουμε το περιβάλλον;

Η σύντομη απάντηση είναι ότι ήδη εξάγουμε υπερβολικά πολλά, περισσότερα από αυτά που ο πλανήτης μας μπορεί να παράγει ή να αναπληρώσει σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι τα τελευταία εκατό χρόνια, η παγκόσμια κατά κεφαλήν κατανάλωση υλικών διπλασιάστηκε ενώ εκείνη της πρωτογενούς ενέργειας τριπλασιάστηκε. Με άλλα λόγια, καθένας από εμάς καταναλώνει περίπου τρεις φορές περισσότερη ενέργεια και δύο φορές περισσότερα υλικά σε σχέση με τους προγόνους μας το 1900. Και επιπλέον, υπάρχουν πλέον περισσότεροι από 7,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι που το κάνουν αυτό, σε σύγκριση με τα 1,6 δισεκατομμύρια το 1900.

Αυτός ο ρυθμός εξαγωγής, καθώς και ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τους πόρους, στην πραγματικότητα μειώνουν την ικανότητα του πλανήτη μας να μας συντηρεί. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα αλιευτικά αποθέματα. Η υπεραλίευση, η ρύπανση και η κλιματική αλλαγή έχουν επηρεάσει σοβαρά τα παγκόσμια αλιευτικά αποθέματα. Πολλές παράκτιες κοινότητες που παλιά ήταν εξαρτώμενες από την αλιεία, αναγκάστηκαν να επενδύσουν σε άλλους τομείς, όπως ο τουρισμός. Εκείνες που δεν κατάφεραν να διαφοροποιήσουν την οικονομία τους αγωνίζονται να τα καταφέρουν.

Στην πραγματικότητα, οι οικονομικές μας δραστηριότητες προκαλούν ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, η οξίνιση των οικοσυστημάτων, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η κλιματική αλλαγή είναι όλα περιβαλλοντικά προβλήματα που επηρεάζουν σοβαρά την ευημερία μας.

Πώς να γίνουμε «πράσινοι» και αποδοτικοί από πλευράς πόρων

Για να διαφυλάξουμε το περιβάλλον και να συνεχίσουμε να αντλούμε τα οφέλη που μας παρέχει, πρέπει να μειώσουμε την ποσότητα των υλικών που εξάγουμε. Αυτό απαιτεί να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίον παράγουμε αγαθά και υπηρεσίες και καταναλώνουμε υλικούς πόρους. Εν ολίγοις, πρέπει να κάνουμε πράσινη την οικονομία μας.

Παρόλο που ο όρος έχει αρκετούς ορισμούς, η «πράσινη οικονομία» γενικά αναφέρεται σε μια οικονομία όπου όλες οι επιλογές στην παραγωγή και την κατανάλωση γίνονται με γνώμονα την ευημερία της κοινωνίας και τη συνολική υγεία του περιβάλλοντος. Με πιο τεχνικούς όρους, πρόκειται για μια οικονομία όπου η κοινωνία χρησιμοποιεί αποδοτικά τους πόρους, βελτιώνοντας την ανθρώπινη ευημερία σε μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς ενώ παράλληλα διαφυλάσσει τα φυσικά συστήματα που μας συντηρούν.

Η ΕΕ έχει ήδη υιοθετήσει στρατηγικούς στόχους καθώς και συγκεκριμένα προγράμματα δράσης για να κάνει την οικονομία της πιο βιώσιμη. Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» στοχεύει σε μια ανάπτυξη που είναι έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς. Επικεντρώνεται στην απασχόληση, στην εκπαίδευση και στην έρευνα αλλά και στην επίτευξη μιας οικονομίας με χαμηλή κατανάλωση άνθρακα, έχοντας κλιματικούς και ενεργειακούς στόχους.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων, η στρατηγική καθορίζει εμβληματικές πρωτοβουλίες. Η εμβληματική πρωτοβουλία για «Μια Ευρώπη που χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τους πόρους της» διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην πολιτική της ΕΕ σε αυτόν τον τομέα. Υιοθετείται επίσης μια σειρά νομοθετικών πακέτων για την υλοποίηση των στόχων της.

Αλλά τι χρειαζόμαστε για να κάνουμε την οικονομία της ΕΕ αποδοτική από πλευράς πόρων; Εν ολίγοις, χρειαζόμαστε να παράγουμε και να καταναλώνουμε με τρόπο που να βελτιστοποιεί τη χρήση όλων των εμπλεκομένων πόρων. Αυτό προϋποθέτει τη δημιουργία συστημάτων παραγωγής που να δημιουργούν μειωμένες ποσότητες αποβλήτων ή να παράγουν περισσότερα με λιγότερες εισροές.

Seagulls

(c) Stipe Surac / EEA Waste•smART

Εξέταση ολόκληρων συστημάτων, όχι τομέων

Πρέπει επίσης να εξετάσουμε ολόκληρα τα συστήματα και όχι επιμέρους τομείς. Ένα σύστημα αποτελείται από όλες τις διαδικασίες και τις υποδομές που υπάρχουν σε σχέση με έναν πόρο ή μια δραστηριότητα και οι οποίες είναι καθοριστικές για τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, το ενεργειακό σύστημα περιλαμβάνει τους τύπους ενέργειας που χρησιμοποιούμε (άνθρακα, αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια, πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.), το πώς εξάγουμε ή δημιουργούμε αυτή την ενέργεια (ανεμογεννήτριες, πετρελαιοπηγές, σχιστολιθικό φυσικό αέριο κ.λπ.), το πού τη χρησιμοποιούμε (βιομηχανία, μεταφορές, οικιακή θέρμανση κ.λπ.) και το πώς τη διανέμουμε. Θα εξέταζε επίσης και άλλα ζητήματα όπως τους εδαφικούς και υδάτινους πόρους που επηρεάζονται από τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας.

Εισροή υλικών, εκροή προϊόντων και υπολειμμάτων

Για την παραγωγή ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας, χρειαζόμαστε εισροές. Για παράδειγμα, για να παράγουν μια καλλιέργεια, εκτός από την εργασία τους, οι αγρότες χρειάζονται γη, σπόρους, νερό, ήλιο (ενέργεια), εργαλεία και στη σύγχρονη γεωργία, λιπάσματα και φυτοφάρμακα, καθώς και πιο πολύπλοκα εργαλεία. Το ίδιο ισχύει λίγο έως πολύ και για τη σύγχρονη παραγωγή. Για την παραγωγή ηλεκτρονικών συσκευών, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε εργασία αλλά και ενέργεια, νερό, γη, ορυκτά, μέταλλα, γυαλί, πλαστικό, μέταλλα σπάνιων γαιών, έρευνα κ.λπ.

Τα περισσότερα υλικά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξορύσσονται και στην ΕΕ. Το 2011 15,6 τόνοι υλικών κατά κεφαλήν χρησιμοποιήθηκαν ως εισροές στην ΕΕ, εκ των οποίων οι 12,4 τόνοι αποτελούνταν από υλικά που εξορύχτηκαν στην ΕΕ, ενώ οι υπόλοιποι 3,2 τόνοι είχαν εισαχθεί.

Ένα μικρό μέρος αυτών των υλικών εισροών εξήχθη εκτός ΕΕ. Το υπόλοιπο —14,6 τόνοι κατά κεφαλήν— χρησιμοποιήθηκε για την κατανάλωση στην ΕΕ. Η κατανάλωση υλικών διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, οι Φινλανδοί κατανάλωσαν περισσότερους από 30 τόνους κατά κεφαλήν ενώ οι Μαλτέζοι 5 τόνους κατά κεφαλήν το 2011.

Την τελευταία δεκαετία, η οικονομία της ΕΕ δημιούργησε μεγαλύτερη «προστιθέμενη αξία» σε όρους ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος για κάθε μονάδα υλικού (ορυκτά, μέταλλα κ.λπ.) που καταναλώθηκε. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας την ίδια ποσότητα μετάλλου, η οικονομία παρήγαγε κινητά τηλέφωνα ή φορητούς υπολογιστές που ήταν πιο «πολύτιμοι» (με απλά λόγια, «άξιζαν περισσότερο») από τους προδρόμους τους. Αυτό είναι γνωστό ως παραγωγικότητα πόρων. Στην ΕΕ η παραγωγικότητα πόρων αυξήθηκε κατά 20 %: από 1,34 ευρώ σε 1,60 ευρώ ανά kg υλικού μεταξύ 2000 και 2011. Η οικονομία αυξήθηκε κατά 16,5 % την ίδια περίοδο.

Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες έχουν σχετικά υψηλή παραγωγικότητα πόρων. Το 2011 η Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο δημιούργησαν περισσότερα από 3 ευρώ προστιθέμενης αξίας ανά χιλιόγραμμο υλικών, ενώ η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Λετονία λιγότερο από 0,5 ευρώ αξίας ανά χιλιόγραμμο. Η παραγωγικότητα πόρων συνδέεται στενά με την οικονομική δομή της εκάστοτε χώρας. Οι ισχυροί κλάδοι υπηρεσιών και γνώσης-τεχνολογίας καθώς και οι υψηλοί ρυθμοί ανακύκλωσης τείνουν να ενισχύουν την παραγωγικότητα πόρων.

Κυκλική οικονομία

Οι σημερινές διαδικασίες παραγωγής και κατανάλωσης δεν παράγουν μόνο αγαθά και υπηρεσίες. Παράγουν και υπολείμματα. Αυτά μπορούν να πάρουν τη μορφή ρύπων που απελευθερώνονται στο περιβάλλον, μη χρησιμοποιημένων κομματιών υλικού (ξύλου ή μετάλλου) ή τροφίμων που δεν καταναλώνονται για οποιονδήποτε λόγο.

Το ίδιο ισχύει και για τα προϊόντα που βρίσκονται στο τέλος της περιόδου χρήσης τους. Κάποια ενδέχεται εν μέρει να ανακυκλωθούν ή να επαναχρησιμοποιηθούν, κάποια άλλα όμως καταλήγουν στα σκουπίδια, στις χωματερές ή για αποτέφρωση. Με δεδομένους τους πόρους που χρησιμοποιήθηκαν για αυτά τα αγαθά και τις υπηρεσίες, κάθε μέρος που δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μια δυνητική οικονομική ζημία καθώς και ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα.

Οι Ευρωπαίοι δημιούργησαν κατά μέσο όρο περίπου 4,5 τόνους αποβλήτων κατά κεφαλήν το 2010. Περίπου το μισό αυτής της ποσότητας ανατροφοδοτείται στη διαδικασία παραγωγής.

Ο όρος «κυκλική οικονομία» προβλέπει ένα σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης που να δημιουργεί τη λιγότερη δυνατή απώλεια. Σε έναν ιδανικό κόσμο, σχεδόν τα πάντα θα χρησιμοποιούνταν ξανά, θα ανακυκλώνονταν ή θα ανακτώνταν για να παραχθούν άλλα προϊόντα. Ο επανασχεδιασμός των προϊόντων και των διαδικασιών παραγωγής θα μπορούσε να συμβάλει στην ελαχιστοποίηση των απωλειών και να μετατρέψει το μη χρησιμοποιούμενο μέρος σε πόρο.

Ιδέες από καταναλωτές και επιχειρηματίες

Ο καταναλωτής και ο παραγωγός είναι εξίσου σημαντικοί παίκτες κατά τη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία. Η διαδικασία παραγωγής έχει ως στόχο να παραδίδει αυτό που θέλουν οι καταναλωτές. Θέλουμε όμως να κατέχουμε περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα ή μήπως θέλουμε απλώς τις υπηρεσίες που προσφέρουν αυτά τα προϊόντα;

Όλο και περισσότερες εταιρείες υιοθετούν επιχειρηματικές προσεγγίσεις γνωστές με το όνομα «συνεργατική κατανάλωση». Αυτή δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να καλύψουν τις ανάγκες τους με συστήματα μίσθωσης προϊόντων-υπηρεσιών και συμφωνίες από κοινού χρήσης και όχι με αγορές. Αυτό μπορεί να απαιτεί έναν νέο τρόπο σκέψης για το μάρκετινγκ και τον σχεδιασμό προϊόντων —με λιγότερη εστίαση στις πωλήσεις και περισσότερη εστίαση στην παραγωγή διαρκών και επισκευάσιμων προϊόντων.

Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνουν αυτή τη συνεργατική κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών ευκολότερη να βρεθεί και να χρησιμοποιηθεί. Και δεν χρειάζεται να περιορίζεται στον δανεισμό εργαλείων από τους γείτονες, στην κράτηση ενός αυτοκινήτου από ένα σύστημα από κοινού χρήσης οχημάτων ή στη μίσθωση ηλεκτρονικών συσκευών. Σε μερικές χώρες της ΕΕ υπάρχουν και «βιβλιοθήκες ρούχων», όπου οι χρήστες μπορούν να δανειστούν ρούχα.

Κάθε μέτρο για τη μείωση του ρυθμού νέας εξόρυξης και της ποσότητας αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της παραγωγικότητας πόρων, της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης, ανακουφίζει τις πιέσεις στο περιβάλλον και ενισχύει την ικανότητα των οικοσυστημάτων μας να μας παρέχουν τα απαραίτητα. Όσο πιο υγιές είναι το περιβάλλον μας, τόσο καλύτερα και τόσο πιο υγιείς θα είμαστε και εμείς με τη σειρά μας.

Συναφές περιεχόμενο

Νέα και άρθρα

Related briefings

Σχετικές δημοσιεύσεις

Geographic coverage

Europe
Ενέργειες Εγγράφων
Αρχειοθέτηση , ,
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ)
Kongens Nytorv 6
1050 Copenhagen K
Δανία
Τηλέφωνο: + +45 3336 7100