AaieeU ooi?anUoiaoa

Σελίδα Τελευταία τροποποίηση : 19/04/2016 19:29

2. Γενικά συμπεράσματα

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Στον πίνακα 1 εμφαίνεται μια γενική συνοπτική αξιολόγηση της προόδου που συντελέστηκε κατά τη διάρκεια των (περίπου) πέντε τελευταίων ετών σε καθένα από τα 12 βασικά περιβαλλοντικά προβλήματα της Ευρώπης, τα οποία καταγράφηκαν στην αξιολόγηση του Dobris και αξιολογούνται στην παρούσα έκθεση.

Γίνεται διάκριση μεταξύ της προόδου στην ανάπτυξη πολιτικής και της προόδου στην προσπάθεια βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος - η οποία μερικές φορές υστερεί σε σχέση με την ανάπτυξη της σχετικής πολιτικής. Αναπόφευκτα, ο βαθμός αξιοπιστίας των στοιχείων στα οποία βασίζεται η εν λόγω αξιολόγηση ποικίλλει ανάλογα με τον τομέα. Ο βαθμός αυτός είναι ιδιαίτερα μικρός όσον αφορά τις χημικές ουσίες, τη βιοποικιλότητα και το αστικό περιβάλλον. Έτσι, για παράδειγμα, το σημείο της αφαίρεσης που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο που αντιστοιχεί στην πρόοδο σχετικά με τις πολιτικές για το τροποσφαιρικό όζον βασίζεται σε πιο εμπεριστατωμένα στοιχεία και επαρκέστερη κατανόηση, σε αντίθεση με την ανάλογη αξιολόγηση για τις χημικές ουσίες, όπου οι μεταβαλλόμενες αντιλήψεις σχετικά με τα ουσιώδη προβλήματα και η σημαντική έλλειψη στοιχείων παρεμποδίζουν τις προσπάθειες αξιολόγησης.

Πίνακας 1

Βασικό περιβαλλοντικό πρόβλημα ΠΡΟΟΔΟΣ
πολιτικές
ΠΡΟΟΔΟΣ
κατάσταση του περιβάλλοντος
μεταβολή του κλίματος +/- -
εξασθένιση του στρατοσφαιρικού όζοντος + -
οξίνιση + +/-
τροποσφαιρικό όζον +/- -
χημικές ουσίες +/- +/-
απόβλητα - -
βιοποικιλότητα +/- -
εσωτερικά ύδατα +/- +/-
θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον +/- -
διάβρωση του εδάφους - -
αστικό περιβάλλον +/- +/-
τεχνολογικοί και φυσικοί κίνδυνοι + +
Υπόμνημα:
+ θετική εξέλιξη όσον αφορά την ανάπτυξη πολιτικών ή την κατάσταση του περιβάλλοντος
+/- έχει διαμορφωθεί ως ένα βαθμό κάποια πολιτική, αλλά είναι ανεπαρκής για την πλήρη αντιμετώπιση του όλου προβλήματος (τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ανεπαρκή γεωγραφική κάλυψη). Μικρή ή ανύπαρκτη μεταβολή στην κατάσταση του περιβάλλοντος. Μπορεί επίσης να απεικονίζει αβέβαιες ή κυμαινόμενες εξελίξεις στους διάφορους τομείς.
- μικρά βήματα προς τη διαμόρφωση πολιτικών ή δυσμενής εξέλιξη όσον αφορά την κατάσταση του περιβάλλοντος. Μπορεί επίσης να απεικονίζει συνεχιζόμενες έντονες πιέσεις ή υποβαθμισμένο περιβάλλον.



Ζητήματα σχετικά με την ατμόσφαιρα

Οι σύντονες προσπάθειες που καταβάλλονταν επί σειρά ετών προς την κατεύθυνση του συντονισμού των πολιτικών και των ενεργειών σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και ευρύτερα ακόμη, με στόχο τη μείωση των βλαβερών εκπομπών και τη βελτίωση της ποιότητας της ατμόσφαιρας, είχαν ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση - στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες - των εκπομπών διαφόρων ουσιών που απειλούν το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται το διοξείδιο του θείου, ο μόλυβδος και ουσίες που συντείνουν στην εξασθένιση της στιβάδας του όζοντος. Η μείωση που καταγράφηκε ήταν μικρότερη όσον αφορά τις εκπομπές οξειδίων του αζώτου και Πτητικών Οργανικών Ενώσεων Πλην Μεθανίου (ΠΟΕΠΜ).

Στη Δυτική Ευρώπη, οι αλλαγές αυτές οφείλονται κυρίως στην εφαρμογή πολιτικών μείωσης των εκπομπών και σε διαρθρωτικές μεταβολές στη βιομηχανική παραγωγή, καθώς και στην επιλογή χρησιμοποίησης καθαρότερων καυσίμων. Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τα αποτελέσματα των μέτρων για τη μείωση των εκπομπών επισκιάστηκαν από την κατακόρυφη πτώση που σημειώθηκε στη χρήση ενέργειας και στη βιομηχανική παραγωγή λόγω των διαρθρωτικών οικονομικών αλλαγών, γεγονός που οδήγησε σε σημαντική μείωση των σχετικών δραστηριοτήτων και των εκπομπών.

Στον Πίνακα 2 εμφαίνεται η πρόοδος που έχει σημειωθεί σε σχέση με τους στόχους για τις εκπομπές στην ατμόσφαιρα. Οι συμβάσεις και τα πρωτόκολλα έχουν θέσει ποσοτικούς στόχους σε παν-Ευρωπαϊκό επίπεδο μόνο για τους ρυπαντές που αναφέρονται σε αυτόν τον πίνακα.

Πίνακας 2: Πρόοδος προς την κατεύθυνση των στόχων

Κατάσταση κατά το: Στόχος Αριθμοδείκτης στόχου (έτος) Πρόοδος
1990=100 1985 1990 1995
lijn.gif (900 bytes)
Μεταβολή του κλίματος Στόχος στο πλαίσιο της UNFCCC για σταθεροποίηση των εκπομπών CO2 στο επίπεδο του 1990 κατά το 2000 (προ Κυότο). Βλέπε κείμενο για τους στόχους του Κυότο.
Εκπομπές CO2
Δυτική Ευρώπη 97 100 97 100 (2000) Επιτυχώς, βλέπε κείμενο
ΚΑΕ .. 100 80 100 (2000) Επιτυχώς
ΝΑΚ .. 100 81 100 (2000) Επιτυχώς
Εξασθένιση του στρατοσφαιρικού όζοντος
παραγωγή χλωροφθορανθράκων
χλωροφθοράνθρακες 11, 12, 113, 114, 115 όσον αφορά τη δραστικότητα στην εξασθένιση του όζοντος. Στόχος: σταδιακή κατάρτιση των χλωροφθορανθράκων μέχρι 1/01/95, με εξαίρεση τις βασικές χρήσεις και την παραγωγή προκειμένου οι αναπτυσσόμενες χώρες να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες τους.

Ένδειξη κατά το 1996: 12

ΕΕ 160 100 11 0 (1995) Επιτυχώς
Οξίνιση
εκπομπή SO2
Στόχος του δεύτερου πρωτοκόλλου για το θείο στο πλαίσιο της CLRTAP.
Δυτική Ευρώπη 119 100 71 60 (2000) Πιθανόν
ΚΑΕ 118 100 66 70 (2000) Επιτυχώς
ΝΑΚ 131 100 62 90 (2000) Επιτυχώς
εκπομπή Nox Στόχος του πρώτου πρωτοκόλλου για το NOx στο πλαίσιο της CLRTAP: σταθεροποίηση στα επίπεδα του 1987, στόχος της ΕΕ -30% από τα επίπεδα του 1990.
Δυτική Ευρώπη 93 100 91 70 (2000) Αμφίβολο
ΚΑΕ 104 100 72 105 (1994) Επιτυχώς
ΝΑΚ .. 100 67 99 (1994) Επιτυχώς
εκπομπή ΠΟΕ Στόχος του πρωτοκόλλου για τις ΠΟΕ στο πλαίσιο της CLRTAP, με εξαίρεση τις φυσικές εκπομπές.
Δυτική Ευρώπη 97 100 89 70 (2000) Αμφίβολο
ΚΑΕ - 100 81 70 (1999) Αμφίβολο
ΝΑΚ - 100 70 70 (1999) Επιτυχώς

Σημείωση: τα στοιχεία για τα ΝΑΚ αφορούν μόνο 4 χώρες (Λευκορωσία, Μολδαβία, Ρωσική Ομοσπονδία και Ουκρανία). CLRTAP= Σύμβαση για τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση της UNECE. Μολονότι αυτή η αξιολόγηση διενεργήθηκε για ολόκληρη την περιοχή, οι στόχοι ισχύουν μόνο για τις χώρες που έχουν συνυπογράψει τις συμβάσεις.

Παρά την προφανή πρόοδο, όπως προκύπτει από τον Πίνακα 2, είναι απαραίτητη η περαιτέρω μείωση των εκπομπών αρκετών ρυπαντών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη των ήδη συμφωνηθέντων στόχων, αλλά και των νέων στόχων που θα καθοριστούν μελλοντικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις όπου μέχρι σήμερα έχει επιτευχθεί μείωση των εκπομπών, αυτή οφείλεται στις οικονομικές αλλαγές και τα μέτρα που στόχευαν στις μεγάλες πηγές στους τομείς της βιομηχανίας και της ενέργειας. Με εξαίρεση τον μόλυβδο από τη βενζίνη, τα αποτελέσματα ήταν λιγότερο ικανοποιητικά όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών από διάχυτες πηγές, όπως είναι οι μεταφορές και η γεωργία. Οι πηγές αυτές, από τη φύση τους, παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία στο να τεθούν υπό έλεγχο και απαιτούν μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ περιβαλλοντικών και άλλων πολιτικών.


μεταβολή του κλίματος

Αν και είναι γεγονός ότι έχει επιτευχθεί κάποια μείωση στις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου (οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε ολόκληρη την Ευρώπη μειώθηκαν κατά 12% και στη Δυτική Ευρώπη κατά 3% μεταξύ 1990 και 1995), σε πολλές περιπτώσεις η μείωση αυτή οφείλεται στις οικονομικές αλλαγές, όπως το κλείσιμο μεγάλου μέρους της βαριάς βιομηχανίας στην Ανατολική Ευρώπη και η μετάβαση από τον άνθρακα στο αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Ο τομέας παραγωγής ενέργειας είναι η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (σχεδόν το 35% κατά το 1995), ενώ με ίδια περίπου ποσοστά εκπομπών βαρύνονται οι τομείς της βιομηχανίας, των μεταφορών και των οικιακών + εμπορικών δραστηριοτήτων (σχεδόν 20% ο καθένας). Παρατηρείται στο μεταξύ αύξηση των εκπομπών που αναλογούν στον τομέα των μεταφορών. Όσον αφορά την ΕΕ, το πλέον πρόσφατο σενάριο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακολουθεί την πεπατημένη, προτείνοντας αύξηση κατά 8% για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μεταξύ 1990 και 2010. Τούτο έρχεται καταφανώς σε αντίθεση με το σημερινό στόχο που προβλέπει μείωση κατά 8% (για ένα σύνολο έξι αερίων στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το διοξείδιο του άνθρακα) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως συμφωνήθηκε στο Κυότο τον Δεκέμβριο του 1997. Εάν πράγματι επιδιωχθεί η επίτευξη του στόχου που τέθηκε στο Κυότο, είναι σαφές ότι θα χρειαστεί κινητοποίηση σε όλα τα επίπεδα που να επηρεάσει όλους τους τομείς της οικονομίας.

εξασθένιση της στιβάδας του όζοντος

Η εφαρμογή του πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ και οι μετέπειτα παρατάσεις της διάρκειας ισχύος του οδήγησαν στη μείωση της παγκόσμιας παραγωγής και εκπομπής ουσιών που προκαλούν εξασθένιση της στιβάδας του όζοντος κατά 80-90%. Ανάλογο είναι και το ποσοστό της μείωσης που επιτεύχθηκε στην Ευρώπη.

Ωστόσο, θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες για να επανέλθει το όζον της στρατόσφαιρας στα φυσιολογικά επίπεδά του, λόγω της μακράς διάρκειας ζωής των ουσιών που το εξασθενίζουν στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Τούτο δείχνει εμφαντικά τη σπουδαιότητα που έχει η μείωση των εκπομπών και των υπολοίπων ουσιών που εξασθενίζουν το όζον (υδροχλωροφθοράνθρακες, μεθυλοβρωμίδιο), καθώς και η διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των υφιστάμενων μέτρων, προκειμένου να επισπευστεί η επαναφορά της στιβάδας του όζοντος στα φυσιολογικά της επίπεδα.

οξίνιση

Από την εποχή που δημοσιεύθηκε η αξιολόγηση του Dobris, έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά τη θέση υπό έλεγχο του προβλήματος της οξίνισης, κυρίως λόγω της συνεχούς μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του θείου (50% από το 1980 έως το 1995 σε ολόκληρη την Ευρώπη). Οι εκπομπές οξειδίων του αζώτου και αμμωνίας σημείωσαν πτώση κατά 15%. Παρ' όλα αυτά, στο 10% περίπου της συνολικής έκτασης του Ευρωπαϊκού εδάφους το επίπεδο της απόθεσης οξέων παραμένει ακόμη εξαιρετικά υψηλό. Όσον αφορά τις εκπομπές NOx από τον τομέα των μεταφορών, η περιβαλλοντική πολιτική δεν κατάφερε να παρακολουθήσει την αυξητική πορεία στη χρήση μεταφορικών μέσων - η αύξηση του αριθμού και της χρήσης αυτοκινήτων εξουδετερώνει τα οφέλη που προέκυψαν από τις τεχνικές βελτιώσεις, όπως η αυξανόμενη χρήση καθαρότερων κινητήρων και καταλυτικών μεταλλακτών για τα καύσιμα στα επιβατικά οχήματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ο τομέας των μεταφορών η κυριότερη πηγή εκπομπών οξειδίων του αζώτου. Τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης που έχουν τα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς στην ΚΑΕ και στα ΝΑΚ θα προκαλέσουν κατά πάσα πιθανότητα επιδείνωση του προβλήματος.

τροποσφαιρικό όζον και θερινή αιθαλομίχλη

Παρά τον αυξανόμενο όγκο της κυκλοφορίας σε όλη την Ευρώπη, από το 1990 έως το 1995, στο σύνολο της ηπείρου, επιτεύχθηκε σημαντική μείωση (14%) στις εκπομπές που προκαλούν την εμφάνιση όζοντος, χάρις στο συνδυασμό μέτρων ελέγχου σε διάφορους τομείς και στην οικονομική αναδιάρθρωση στην Ανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, τα επεισόδια θερινής αιθαλομίχλης, τα οποία προκαλούνται από τις υψηλές συγκεντρώσεις τροποσφαιρικού όζοντος, είναι ακόμη συχνά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και συνιστούν απειλή τόσο για την υγεία του ανθρώπου όσο και για τη βλάστηση.

Προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων τροποσφαιρικού όζοντος, θα απαιτηθεί η περαιτέρω ουσιαστική μείωση των εκπομπών NOx και ΠΟΕΠΜ σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο. Το δεύτερο βήμα μετά το πρωτόκολλο για τα NOx που υπογράφηκε το 1988 στο πλαίσιο της σύμβασης της UNECE για τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (CLRTAP), θα είναι ένα πρωτόκολλο για πολλαπλούς ρύπους και πολλαπλά φαινόμενα που θα αναφέρεται στο φωτοχημική ρύπανση, την οξίνιση και τον ευτροφισμό. Το εν λόγω πρωτόκολλο αναμένεται ότι θα είναι έτοιμο για έγκριση το 1999 και κατά πάσα πιθανότητα θα στοχεύει σε δραστική μείωση των εκπομπών. Ιδιαίτερα δύσκολος θα είναι ο έλεγχος των εκπομπών από τον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα των μεταφορών ο οποίος αποτελεί την κυριότερη πηγή εκπομπών NOx σε ολόκληρη την Ευρώπη και εκπομπών ΠΟΕΠΜ στη Δυτική Ευρώπη.

Στην Ανατολική Ευρώπη, η βιομηχανία εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη πηγή εκπομπών ΠΟΕΠΜ, αλλά η κατάσταση αυτή ενδέχεται να αλλάξει με την αναμενόμενη αύξηση στον τομέα των μεταφορών.

χημικές ουσίες

Ο βαθμός της επικινδυνότητας των χημικών ουσιών για το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου παραμένει αβέβαιος, λόγω του υπέρογκου αριθμού χημικών ουσιών που κυκλοφορούν στην αγορά και της ελλειπούς γνώσης των τρόπων με τους οποίους αυτές αποβάλλονται και συσσωρεύονται στο περιβάλλον, καθώς και των επιπτώσεών τους για τον άνθρωπο και τη φύση.

Λόγω των δυσκολιών που παρουσιάζει η αξιολόγηση της τοξικότητας των πολυάριθμων δυνητικά επικίνδυνων χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ή λαμβάνουν άδεια χρήσης (καθώς και των μιγμάτων τους), ορισμένες τρέχουσες στρατηγικές ελέγχου στοχεύουν πλέον στη μείωση του «φόρτου» χημικών ουσιών που καταλήγουν στο περιβάλλον (και κατά συνέπεια, της έκθεσης σε αυτές) μέσω της κατάργησης ή της μείωσης της χρήσης και των εκπομπών τους. Η προσοχή όλων στρέφεται ολοένα και συχνότερα σε νέα μέσα, όπως τα εθελοντικά προγράμματα μείωσης και τα δελτία απογραφής εκλύσεων τοξικών ουσιών/μητρώα εκπομπής ρύπων.

απόβλητα

Η καταγραφόμενη συνολική παραγωγή αποβλήτων εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί κατά 10% περίπου από το 1990 έως το 1995. Ωστόσο, κατά ένα μέρος η προφανής αύξηση μπορεί να οφείλεται στη βελτίωση της παρακολούθησης των αποβλήτων.

Η διαχείριση των αποβλήτων στις περισσότερες χώρες εξακολουθεί να πραγματοποιείται κατά μείζονα λόγο μέσω της φθηνότερης διαθέσιμης λύσης : της υγειονομικής ταφής. Η ελαχιστοποίηση και η πρόληψη παραγωγής των αποβλήτων αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως πιο επιθυμητές λύσεις για τη διαχείριση των αποβλήτων, αλλά δεν έχει ακόμη καταστεί εμφανής καμία συνολική πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση. Η ανακύκλωση φαίνεται να σημειώνει μεγαλύτερη επιτυχία σε χώρες με σοβαρή υποδομή για τη διαχείριση των αποβλήτων.

Στην ΚΑΕ και τα ΝΑΚ δίνεται προτεραιότητα μεταξύ άλλων στη βελτίωση της διαχείρισης των αποβλήτων μέσω του καλύτερου διαχωρισμού των απορριμμάτων και της καλύτερης διαχείρισης της υγειονομικής ταφής, στην ανάληψη πρωτοβουλιών ανακύκλωσης σε τοπικό επίπεδο, καθώς και στην, με χαμηλό κόστος, ελλάτωση και συμπύκνωση σε επιλεγμένους χώρους αποκομιδής.

βιοποικιλότητα

Η συνολική πίεση που ασκείται στη βιοποικιλότητα από τις δραστηριότητες του ανθρώπου (εντατική γεωργία, υλοτομία, αστικοποίηση και ανάπτυξη υποδομών, αλλά και ρύπανση) έχει σε γενικές γραμμές αυξηθεί κατά την περίοδο που μεσολάβησε από τη δημοσίευση της αξιολόγησης του Dobris μέχρι σήμερα.

Οι πιέσεις αυτές απορρέουν από την ομοιόμορφη και ολοένα μεγαλύτερης κλίμακας διαχείριση της γεωργίας και της υλοτομίας, τον κατατεμαχισμό των τοπίων (που οδηγεί στην απομόνωση των φυσικών βιοτόπων και των ειδών), την επιβάρυνση με χημικές ουσίες, την άντληση νερού, την διατάραξη του οικοσυστήματος και τη εισαγωγή ξένων ειδών πρός το περιβάλλον. Έχουν αναληφθεί πολλές εθνικές και διεθνείς πρωτοβουλίες για την προστασία της φύσης, αλλά η εφαρμογή των σχετικών μέτρων γίνεται με αργούς ρυθμούς. Σε τοπικό επίπεδο, ορισμένα στοχοθετημένα μέτρα για την προστασία του φύσικού περιβάλλοντος απέδωσαν ευνοϊκά αποτελέσματα, ωστόσο μικρά μόνο βήματα έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της βιώσιμης γεωργίας.

Ορισμένες περιοχές της ΚΑΕ και των ΝΑΚ παρουσιάζουν το πλεονέκτημα μεγάλων εκτάσεων με σχετικά παρθένα δάση και άλλους φυσικούς οικότοπους. Ωστόσο, οι εκτάσεις αυτές ενδέχεται να απειληθούν από τις πιέσεις που προκαλούν οι οικονομικές αλλαγές και η ανάπτυξη, εάν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία τους δεν ενταχθούν στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού προγράμματος για την Ευρώπη, των εθνικών πολιτικών οικονομικής ανάπτυξης και των σχετικών οικονομικών μηχανισμών, καθώς και στο πλαίσιο των συμφωνιών προσχώρησης για τις χώρες που θα ενταχθούν στην ΕΕ.

εσωτερικά και θαλάσσια νερά

Στο πλαίσιο του ΠΠΕ δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη βιώσιμη διαχείριση φυσικών πόρων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται τα εσωτερικά, παράκτια και θαλάσσια νερά. Παρ’ όλα αυτά, οι απειλές για όλες τις κατηγορίες των νερών παραμένουν.

Μολονότι, κατά την προηγούμενη δεκαετία, τα ποσοστά άντλησης νερών παρέμειναν σταθερά ή σημείωσαν ακόμη και μείωση σε αρκετές χώρες της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ενδεχόμενο εμφάνισης φαινομένων λειψυδρίας παραμένει, ιδίως στις παρυφές αστικών περιοχών. Στον κατάλογο των προβλημάτων εξακολουθούν να περιλαμβάνονται οι διαρροές στα δίκτυα ύδρευσης σε ορισμένες χώρες, και η αναποτελεσματική χρήση του νερού σε όλες τις χώρες.

Η ποιότητα των υπόγειων υδάτων - και, κατά συνέπεια, η υγεία του ανθρώπου - κινδυνεύει από τις υψηλές συγκεντρώσεις νιτρικών αλάτων που χρησιμοποιούνται στη γεωργία. Οι συγκεντρώσεις φυτοφαρμάκων στα υπόγεια ύδατα υπερβαίνουν συνήθως τις μέγιστες επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις στην ΕΕ και πολλές χώρες αναφέρουν ρύπανση των υπόγειων υδάτων από βαρέα μέταλλα, υδρογονάνθρακες και χλωριωμένους υδρογονάνθρακες. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να επέλθουν βελτιώσεις στην ποιότητα των υπογείων υδάτων, εξαιτίας του χρόνου που απαιτείται για την είσοδο και την αποβολή των ρυπογόνων ουσιών από τα υπόγεια νερά.

Από το 1990 δεν επήλθε καμία συνολική βελτίωση στην ποιότητα των νερών των ποταμών της Ευρώπης. Παρά τη μείωση των εκπομπών φωσφόρου κατά 40-60% εντός της τελευταίας πενταετίας - χάρη στα μέτρα που λήφθηκαν στους τομείς της βιομηχανίας και της επεξεργασίας λυμάτων, αλλά και λόγω της αυξανόμενης χρήσης απορρυπαντικών χωρίς φωσφορικά άλατα από τα νοικοκυριά - το πρόβλημα του ευτροφισμού σε ποταμούς, λίμνες, ταμιευτήρες, καθώς και στα παράκτια και θαλάσσια νερά παραμένει στα επίπεδα που είχαν καταγραφεί στην αξιολόγηση του Dobris, ενώ σε πολλές περιοχές οι τιμές των θρεπτικών ουσιών είναι υπερβολικά υψηλές.

Σε πολλές Ευρωπαϊκές θάλασσες εξακολουθεί να ασκείται εντατική υπεραλίευση και τα αποθέματα μιας σειράς ειδών έχουν μειωθεί σοβαρά, υπογραμμίζοντας και πάλι την επείγουσα ανάγκη για προώθηση της βιώσιμης αλιείας που αναφέρεται και στο πλαίσιο του ΠΕΕ.

διάβρωση του εδάφους

Η διάβρωση του εδάφους και η αλάτωση παραμένουν σοβαρά προβλήματα σε πολλές περιοχές, ιδίως στη περιοχή της Μεσογείου. Όσον αφορά την προστασία του εδάφους, άλλον ένα τομέα που αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή στο πλαίσιο του ΠΠΕ, είναι μικρή η πρόοδος που έχει συντελεσθεί. Μεγάλος αριθμός ρυπασμένων εκτάσεων χρειάζεται αποκατάσταση. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί 300.000 κατά πάσα πιθανότητα ρυπασμένες περιοχές, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, και ειδικά σε περιοχές με μακρά παράδοση στη βαριά βιομηχανία.

Στην Ανατολική Ευρώπη, όπου υπάρχουν πολυάριθμες ρυπασμένες περιοχές που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικούς σκοπούς, απαιτούνται περισσότερα στοιχεία για να καθοριστεί η έκταση του προβλήματος.

αστικό περιβάλλον

Ο αστικός πληθυσμός στην Ευρώπη συνέχισε να αυξάνεται και οι Ευρωπαϊκές πόλεις εξακολουθούν να δείχνουν σημεία περιβαλλοντικής υποβάθμισης - ατμοσφαιρική ρύπανση, υπερβολικός θόρυβος, κυκλοφοριακή συμφόρηση, απώλεια χώρων πρασίνου και φθορά ιστορικών κτιρίων και μνημείων.

Παρά τις κάποιες βελτιώσεις που επήλθαν στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δημοσίευση της αξιολόγησης του Dobris έως σήμερα (για παράδειγμα, στην ποιότητα του αέρα στις πόλεις), πολλές πιέσεις, και ιδίως από τις μεταφορές, οδηγούν με ταχύτερο ρυθμό στην υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου. Θετική εξέλιξη αποτέλεσε το αυξανόμενο ενδιαφέρον που επέδειξαν οι δήμοι για συμμετοχή σε τοπικές πρωτοβουλίες για την εφαρμογή του προγράμματος δράσης «21ος αιώνας». Περισσότερες από 290 ευρωπαϊκές πόλεις έχουν υπογράψει τη χάρτα του Aalborg (Δήμοι και κοινότητες της Ευρώπης στην πορεία προς τη βιωσιμότητα). Η εφαρμογή πολιτικών και μέσων στο πλαίσιο τοπικών πρωτοβουλιών του προγράμματος δράσης «21ος αιώνας» αναδεικνύεται με γοργούς ρυθμούς ως η σημαντικότερη εξέλιξη στις πόλεις, καθώς δίνει ελπίδες για σημαντικές βελτιώσεις χάρη στις συντονισμένες τοπικές ενέργειες.

τεχνολογικοί και φυσικοί κίνδυνοι

Εκτός από τις πιέσεις που ασκούν σταθερά οι καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες, το περιβάλλον της Ευρώπης υφίσταται περιστασιακά και τις συνέπειες των μεγάλων τεχνολογικών ατυχημάτων και των φυσικών καταστροφών. Επί του παρόντος, στοιχεία για τέτοια ατυχήματα είναι διαθέσιμα μόνο σε ορισμένες περιοχές σε επίπεδο ΕΕ, ενώ ακόμα λιγότερα είναι τα στοιχεία που υπάρχουν για την ΚΑΕ και τα ΝΑΚ. Με γνώμονα τα καταγραφόμενα επεισόδια, ο αριθμός των βιομηχανικών ατυχημάτων ανά μονάδα δραστηριότητας στην ΕΕ φαίνεται ότι παρουσιάζει πτωτική τάση.

Οι καταστροφές από πλημμύρες και άλλες θεομηνίες που οφείλονται στις κλιματολογικές συνθήκες παρουσιάζουν αύξηση στην Ευρώπη, κατά πάσα πιθανότητα εξαιτίας των ανθρώπινων επεμβάσεων, όπως είναι οι αλλαγές στα φυσικά τοπία (συμπεριλαμβανομένης και της κάλυψης του εδάφους κάτω από αστικές περιοχές και υποδομές), αλλά και εξαιτίας της συχνότερης εκδήλωσης ακραίων καιρικών φαινομένων.

ΤΟΜΕΙΣ

Από την παραπάνω αξιολόγηση προκύπτει ότι, παρά τη μείωση ορισμένων πιέσεων σε βάρος του περιβάλλοντος, το γεγονός αυτό δεν ήταν σε γενικές γραμμές ικανό να οδηγήσει στη βελτίωση της κατάστασης ή της ποιότητας του περιβάλλοντος στην Ευρώπη. Αυτό οφείλεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στη βραδύτητα εξέλιξης των φαινομένων (σε διαδικασίες όπως η εξασθένιση του στρατοσφαιρικού όζοντος ή η αύξηση των συγκεντρώσεων φωσφόρου στις λίμνες). Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις τα μέτρα που ελήφθησαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένα σε σχέση με το εύρος και την πολυπλοκότητα του προβλήματος (για παράδειγμα, θερινή αιθαλομίχλη ή φυτοφάρμακα στα υπόγεια νερά).

Κατά παράδοση, οι Ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές πολιτικές είχαν ως άξονα τον έλεγχο της ρύπανσης στην πηγή και την προστασία συγκεκριμένων τμημάτων του περιβάλλοντος. Πρόσφατα έχει έλθει στο προσκήνιο η ένταξη των περιβαλλοντικών παραμέτρων σε άλλους τομείς πολιτικής, καθώς και η προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι μεταφορές, η ενέργεια, η βιομηχανία και η γεωργία αποτελούν βασικές τομεακές «κινητήριες δυνάμεις» που επηρεάζουν το περιβάλλον στην Ευρώπη. Η ανάπτυξη περιβαλλοντικών πολιτικών και η αποτελεσματική εφαρμογή τους ποικίλλει σημαντικά από τομέα σε τομέα. Οι τομείς της βιομηχανίας και της ενέργειας καλύπτονται αρκετά καλά από τις σχετικές πολιτικές, αλλά ορισμένα θέματα χρήζουν ακόμη προσοχής (π.χ. αποδοτικότητα της ενέργειας, ανανεώσιμη ενέργεια). Η γεωργία καλύπτεται σε μικρότερο βαθμό και τελεί υπό αναθεώρηση, ενώ η κατάσταση στον τομέα των μεταφορών παραμένει προβληματική.


μεταβολή του κλίματος, οξίνιση, θερινή αιθαλομίχλη, βιοποικιλότητα, προβλήματα στις πόλεις, χημικές ουσίες, ατυχήματα

Μεταφορές: Οι οδικές μεταφορές αγαθών στο σύνολο της Ευρώπης έχουν αυξηθεί κατά 54% από το 1980 (ως μονάδα μέτρησης χρησιμοποιείται ο χιλιομετρικός τόνος), οι μεταφορές επιβατών με αυτοκίνητα έχουν αυξηθεί κατά 46% από το 1985 (χιλιομετρικοί επιβάτες, μόνο στην ΕΕ), και ο αριθμός των επιβατών που διακινήθηκαν με αεροσκάφη αυξήθηκε κατά 67% από το 1985.

Στον τομέα των μεταφορών, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, οι περιβαλλοντικές πολιτικές αδυνατούν να παρακολουθήσουν τους ρυθμούς της ανάπτυξης. Τα προβλήματα συμφόρησης, ατμοσφαιρικής ρύπανσης και θορύβου διογκώνονται. Μέχρι πρόσφατα, η ανάπτυξη των μεταφορών εθεωρείτο από πολλούς ως βασική συνιστώσα της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης. Οι κυβερνήσεις δεσμεύονταν για την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών, ενώ περιόριζαν τις υποχρεώσεις τους έναντι του περιβάλλοντος στην προσπάθεια να εξασφαλίσουν τόσο τη βαθμιαία βελτίωση, αφενός, των προδιαγραφών για τις εκπομπές των οχημάτων και, αφετέρου, της ποιότητας των καυσίμων, όσο και στη διαδικασία χάραξης οδών βάσει μελετών των σχετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Από την παρούσα έκθεση προκύπτει ότι έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά αυτούς τους περιορισμένους στόχους στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Παρ' όλα αυτά, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη υποδομών για την κυκλοφορία και τις μεταφορές είχε ως αποτέλεσμα τη συνολική αύξηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων που σχετίζονται με τις μεταφορές, αλλά προκάλεσε και το αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για αυτά. Το γεγονός αυτό οδηγεί τώρα σε βαθύτερη αναζήτηση της σχέσης που υπάρχει μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης της κυκλοφορίας.

Τελευταία καταβάλλονται προσπάθειες με στόχο τη συγκράτηση της αύξησης στη ζήτηση για μεταφορές, την προώθηση της συχνότερης χρήσης των μέσων μαζικής μεταφοράς, καθώς και την ενθάρρυνση νέων προτύπων εγκατάστασης και παραγωγής που μειώνουν την ανάγκη για μετακινήσεις. Αυτή η μετάβαση σε ένα βιωσιμότερο πρότυπο μεταφορών δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθεί, γιατί υπάρχει έντονη πολιτική βούληση που στρέφεται προς την παραδοσιακή προσέγγιση ανάπτυξης των υποδομών, ενώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς χάνουν έδαφος έναντι των ιδιωτικών μέσων σε ολόκληρη την Ευρώπη.

μεταβολή του κλίματος, οξίνιση, θερινή αιθαλομίχλη, παράκτια και θαλάσσια ύδατα, προβλήματα αστικών περιοχών

Η χρήση ενέργειας, η οποία αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη που κρύβεται πίσω από τη μεταβολή του κλίματος και μια σειρά προβλημάτων ατμοσφαιρικής ρύπανσης, παρέμεινε σταθερά σε υψηλά επίπεδα στη Δυτική Ευρώπη από τη δημοσίευση της αξιολόγησης του Dobris και εξής.

Στην ΚΑΕ και τα ΝΑΚ, η κατανάλωση ενέργειας μειώθηκε κατά 23% από το 1990 λόγω της οικονομικής αναδιάρθρωσης, αλλά αναμένεται να αυξηθεί και πάλι καθώς εμφανίζονται έντονα σημεία οικονομικής ανάκαμψης. Βασικό ζητούμενο μιας βιωσιμότερης ενεργειακής πολιτικής αποτελεί η μεγαλύτερη αποδοτικότητα στην παραγωγή και τη χρήση ενέργειας.

Οι σχετικά χαμηλές τιμές της ενέργειας δεν παρείχαν επαρκές κίνητρο για βελτιώσεις στην αποδοτικότητα της ενέργειας στη Δυτική Ευρώπη. Σήμερα, η αποδοτικότητα της ενέργειας βελτιώνεται κατά 1% περίπου ετησίως, αλλά το ΑΕΠ εξακολουθεί να αυξάνεται κατά 2 έως 3% περίπου ετησίως.

Υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για περαιτέρω βελτιώσεις στην αποδοτικότητα της ενέργειας στη Δυτική Ευρώπη, ιδίως στους τομείς των μεταφορών και των νοικοκυριών, αλλά η πείρα δείχνει ότι, όσο οι τιμές των ορυκτών καυσίμων παραμένουν χαμηλές, θα χρειαστούν αυστηρότερα μέτρα προκειμένου να επιτευχθούν οι εν λόγω βελτιώσεις. Στην Ανατολική Ευρώπη, η οικονομική σύγκλιση με τη Δύση μπορεί να αναστρέψει την τρέχουσα τάση για χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας και να οδηγήσει σε νέα αύξηση στις εκπομπές των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και άλλων ατμοσφαιρικών ρύπων, ιδίως στους τομείς της βιομηχανίας, των μεταφορών και των νοικοκυριών. Έτσι, φαίνεται ότι θα χρειαστούν και εδώ νέα μέτρα για την προώθηση της αποδοτικότητας της ενέργειας όσον αφορά τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωσή της.


μεταβολή του κλίματος, στρατοσφαιρικό όζον, οξίνιση, θερινή αιθαλομίχλη, χημικές ουσίες, απόβλητα, παράκτιο και θαλάσσιο περιβάλλον, προβλήματα αστικών περιοχών, ατυχήματα

Βιομηχανία: Ο βαθμός στον οποίο η βιομηχανία συμβάλλει στα προβλήματα της μεταβολής του κλίματος, της οξίνισης, του τροποσφαιρικού όζοντος και της ρύπανσης των υδάτων έχει μειωθεί από τότε που δημοσιεύτηκε η αξιολόγηση του Dobris.

Στη Δυτική Ευρώπη, οι περιβαλλοντικοί στόχοι εντάσσονται πλέον στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε επίπεδο βιομηχανίας, με αποτέλεσμα τη μείωση των συνολικών βιομηχανικών εκπομπών στην ατμόσφαιρα και τα ύδατα. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί συνήθη πρακτική στην Ανατολική Ευρώπη, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη ύπαρξης ορθά σχεδιασμένων και στελεχωμένων διοικητικών δομών σε αυτές τις χώρες, προκειμένου να εφαρμοστεί και να επιβληθεί η περιβαλλοντική νομοθεσία, όσο και την ανάγκη για ευρύτερη χρήση συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης από τις επιχειρήσεις. Ενδέχεται να σημειωθούν τεχνολογικά «άλματα» κατά την ανανέωση σημαντικού μέρους του συστήματος παραγωγής.

Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής ηπείρου, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι σημαντικές, όσο και οι δυνατότητές τους για βελτίωση. Γενικά, οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν ακόμη υποχρεωθεί να τηρήσουν κάποια ουσιαστικά περιβαλλοντικά μέτρα.

μεταβολή του κλίματος, στρατοσφαιρικό όζον, οξίνιση, χημικές ουσίες, βιοποικιλότητα, απόβλητα, παράκτιο και θαλάσσιο περιβάλλον, έδαφος

Γεωργία: Κατά το παρελθόν, οι γεωργικές πολιτικές στην Ευρώπη στρέφονταν σε γενικές γραμμές προς τη μεγιστοποίηση της παραγωγής τροφίμων και τη διατήρηση των αγροτικών εισοδημάτων. Τελευταία, οι πολιτικές χαράσσονται πλέον με ολοένα μεγαλύτερη προσοχή όσον αφορά τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και την ανάγκη για βιωσιμότερη γεωργία. Στην έκθεση φαίνεται, ωστόσο, ότι ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς.

Στη Δυτική Ευρώπη, οι αποδόσεις συνέχισαν να αυξάνονται κατά την τελευταία πενταετία λόγω της εξέλιξης στις μεθόδους καλλιέργειας. Η χρήση μέσων όπως τα ανόργανα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα (η οποία μετράται με το βάρος των ενεργών ουσιών) έχει παραμείνει στα ίδια επίπεδα (μολονότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτό δεν οδηγεί σε καμία άμεση βελτίωση της ποιότητας των υπογείων υδάτων), αλλά η χρήση νερού συνέχισε να αυξάνεται.

Λόγω της αύξησης της κτηνοτροφικής παραγωγής και της παραγωγής κοπριάς, αλλά και των μειωμένων εκπομπών αζωτούχων ενώσεων, ο ευτροφισμός έχει καταστεί μείζον πρόβλημα στη Βορειοδυτική Ευρώπη, ενώ λαμβάνει ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις στην Νότια Ευρώπη. Οι φυσικοί οικότοποι και η βιοποικιλότητα υφίστανται, σε πολλές περιοχές, πιέσεις από την εντατικοποίηση της γεωργίας και την εξάπλωση νέων εγκαταστάσεων.

Κάποιες μεμονωμένες χώρες έχουν αρχίσει να ενθαρρύνουν τις γεωργικές δραστηριότητες που είναι λιγότερο βλαπτικές για το περιβάλλον, αλλά οι περιβαλλοντικές παράμετροι αποτελούν ακόμη μικρό μόνο μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΚΓΠ). Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων της ΓΣΔΕ (GATT) και της ΚΓΠ ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω εξορθολογισμό και ειδίκευση της γεωργικής παραγωγής, καθώς και στην εγκατάλειψη περισσότερων εκτάσεων γης με οριακή απόδοση. Ωστόσο, δεν είναι απλή η σχέση μεταξύ της εγκατάλειψης και των επιπτώσεών της στη βιοποικιλότητα.

Στην Ανατολική Ευρώπη, δίνεται ακόμη προτεραιότητα στη διαρθρωτική μεταρρύθμιση, τον εκσυγχρονισμό και τη διαφοροποίηση του γεωργικού τομέα. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα και η αβεβαιότητα της κατάστασης δυσχεραίνει το έργο της συνολικής αξιολόγησης των επιπτώσεων που συνεπάγονται οι εξελίξεις αυτές.

lijn.gif (900 bytes)

Σε γενικές γραμμές, η επίτευξη βιώσιμων επιπέδων περιβαλλοντικής πίεσης και χρήσης πόρων είναι πιθανό ότι θα απαιτήσει μείζονα τεχνολογική πρόοδο και μαζική μετάβαση σε δραστηριότητες που θα κάνουν λιγότερο εντατική χρήση των πόρων και θα είναι λιγότερο βλαπτικές για το περιβάλλον.

Μολονότι σε εθνικό επίπεδο έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στη διαμόρφωση πολιτικών που εντάσσουν τα περιβαλλοντικά ζητήματα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (όπως είναι τα περιβαλλοντικά προγράμματα δράσης ή τα αιτήματα για στρατηγικές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις), από την άλλη ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς για την εφαρμογή αυτών των πολιτικών σε παν-Ευρωπαϊκή κλίμακα. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για βελτιώσεις σε τέτοιο βαθμό που να υπερακοντίζονται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αύξησης στην παραγωγή και την κατανάλωση, ιδίως στην ΚΑΕ και τα ΝΑΚ. Στις χώρες αυτές, η οικονομική αναδιάρθρωση και η τεχνολογική ανανέωση παρέχουν ευκαιρίες ώστε να αποφευχθούν μερικές από τις πλέον ρυπογόνες τεχνολογίες της Δυτικής Ευρώπης.

Top
back Next
</head0
Ενέργειες Εγγράφων
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ)
Kongens Nytorv 6
1050 Copenhagen K
Δανία
Τηλέφωνο: + +45 3336 7100